Skip to content Skip to sidebar Skip to footer

Αθροιστική έκθεση και καρδιαγγειακός κίνδυνος: προγνωστικοί παράγοντες σοβαρών ανεπιθύμητων εκβάσεων μετά από μακροχρόνια θεραπεία με ενδοφλέβια λιδοκαΐνη για τον χρόνιο πόνο

Shalit N, Shalit R, Levitan M, Afgin H, Morag O, Goor-Aryeh I. Cumulative exposure and cardiovascular risk: predictors of serious adverse outcomes following long-term intravenous lidocaine therapy for chronic pain.
Pain Med. 2026;27(10):1123–8. doi:10.1093/pm/pnag066
Δημοσίευση: Pain Medicine, τεύχος Οκτωβρίου 2026. Ηλεκτρονική δημοσίευση 21 Μαΐου 2026

Η ενδοφλέβια λιδοκαΐνη χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο ως επιλογή ελεύθερη οπιοειδών στην αντιμετώπιση του χρόνιου πόνου. Πολλοί ασθενείς λαμβάνουν επαναλαμβανόμενες εγχύσεις για μεγάλο διάστημα. Το προφίλ ασφάλειας αυτής της μακροχρόνιας χορήγησης δεν έχει όμως τεκμηριωθεί επαρκώς, ιδίως ως προς τη συνολική έκθεση και τις καρδιαγγειακές συννοσηρότητες.

Οι Shalit και συνεργάτες, από το Ινστιτούτο Ιατρικής του Πόνου του Ιατρικού Κέντρου Sheba στο Ισραήλ, πραγματοποίησαν αναδρομική μελέτη κοορτής. Η μελέτη περιέλαβε 1.093 ασθενείς με χρόνιο πόνο, που έλαβαν ενδοφλέβια λιδοκαΐνη σε νοσοκομειακό ιατρείο πόνου μεταξύ 2014 και 2022. Συνολικά πραγματοποιήθηκαν 15.820 εγχύσεις. Σοβαρή ανεπιθύμητη έκβαση θεωρήθηκε κάθε προσέλευση σε τμήμα επειγόντων περιστατικών μέσα σε 14 ημέρες από την έγχυση. Οι πιθανοί προγνωστικοί παράγοντες ήταν η καρδιαγγειακή νόσος, το ιστορικό αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (ΑΕΕ), ο σακχαρώδης διαβήτης και ο συνολικός αριθμός εγχύσεων. Αναλύθηκαν με πολυμεταβλητή λογιστική παλινδρόμηση και με γενικευμένες εξισώσεις εκτίμησης (GEE). Οι GEE χρησιμοποιήθηκαν για να διακριθεί η πραγματική επίδραση της συχνότητας των εγχύσεων από την επίδραση που οφείλεται απλώς στον μεγαλύτερο συνολικό χρόνο έκθεσης. Σε δευτερογενή ανάλυση διατηρήθηκαν μόνο τα συμβάματα που μπορούσαν εύλογα να αποδοθούν στη λιδοκαΐνη, με βάση το φαρμακολογικό της προφίλ.

Σοβαρή ανεπιθύμητη έκβαση εμφάνισαν 55 ασθενείς (5,0%). Ο ισχυρότερος προγνωστικός παράγοντας ήταν η συνολική έκθεση σε περισσότερες από 50 εγχύσεις (OR = 12,58, P < 0,001). Όταν όμως ελήφθησαν υπόψη οι επαναλαμβανόμενες μετρήσεις με το μοντέλο GEE, ο κίνδυνος ανά έγχυση παρέμενε σταθερός. Δεν αυξανόταν με τον αύξοντα αριθμό της έγχυσης (OR = 1,00, P = 0,854). Το ιστορικό ΑΕΕ ήταν αρχικά στατιστικά σημαντικό. Έπαψε όμως να είναι στη δευτερογενή ανάλυση των 30 συμβαμάτων που αποδίδονταν εύλογα στη λιδοκαΐνη, γεγονός που υποδηλώνει ότι η συσχέτιση αντανακλούσε την εξέλιξη της νόσου και όχι επίδραση της θεραπείας. Αντίθετα, η προϋπάρχουσα καρδιαγγειακή νόσος αναδείχθηκε σημαντικός προγνωστικός παράγοντας μόνο στη δευτερογενή ανάλυση (OR = 3,88, P = 0,008). Αυτό συμφωνεί με τις γνωστές ηλεκτροφυσιολογικές δράσεις της λιδοκαΐνης στην καρδιά.

Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι η ενδοφλέβια λιδοκαΐνη έχει ευνοϊκό προφίλ ασφάλειας, με χαμηλή συχνότητα σοβαρών ανεπιθύμητων εκβάσεων. Η πιθανότητα να συμβεί ένα σύμβαμα αυξάνεται όσο αυξάνεται ο συνολικός χρόνος έκθεσης. Ο κίνδυνος ανά έγχυση όμως παραμένει σταθερός σε όλη τη διάρκεια της θεραπείας, κάτι που υποδηλώνει ότι δεν υπάρχει αθροιστική φυσιολογική τοξικότητα. Η προϋπάρχουσα καρδιαγγειακή νόσος, και ειδικά η ισχαιμική καρδιοπάθεια και οι αρρυθμίες, παραμένει ο κύριος παράγοντας κινδύνου.

Σύμφωνα με τους συγγραφείς, τα ευρήματα υποστηρίζουν δύο μέτρα. Πρώτον, αυξημένη καρδιολογική παρακολούθηση στους ασθενείς με ισχαιμική καρδιοπάθεια ή αρρυθμίες. Δεύτερον, περιοδική επανεκτίμηση της σχέσης οφέλους και κινδύνου στους ασθενείς που λαμβάνουν μεγάλο αριθμό εγχύσεων.

Σχόλιο της συντακτικής ομάδας: Η μελέτη είναι αναδρομική και προέρχεται από ένα μόνο κέντρο. Ως έκβαση χρησιμοποιήθηκε μόνο η προσέλευση σε τμήμα επειγόντων περιστατικών, οπότε ηπιότερα ανεπιθύμητα συμβάματα πιθανότατα δεν καταγράφηκαν.