White JN, King CD, Coghill RC, López-Solá M, Moayedi M, Stinson JN, et al. Identification of high-impact chronic pain in adolescents with musculoskeletal pain.
Pain. 2026;167(10):e476–86. doi:10.1097/j.pain.0000000000004092
Δημοσίευση: Pain, τεύχος Οκτωβρίου 2026. Ηλεκτρονική δημοσίευση 19 Αυγούστου 2026
Ο χρόνιος πόνος αφορά περίπου το 20% των παιδιών και των εφήβων παγκοσμίως. Η επιβάρυνση της ποιότητας ζωής που προκαλεί μπορεί να συνεχιστεί και στην ενήλικη ζωή. Ο όρος «χρόνιος πόνος υψηλού αντίκτυπου» (high-impact chronic pain, HICP) περιγράφει τον πόνο που περιορίζει ουσιαστικά τις δραστηριότητες της ζωής για τουλάχιστον τρεις μήνες. Στους εφήβους, οι δραστηριότητες αυτές αφορούν κυρίως το σχολείο, τις σχέσεις με τους συνομηλίκους και την οικογένεια και τη σωματική δραστηριότητα. Μέχρι σήμερα έλειπαν σύντομα εργαλεία για την αναγνώριση και την παρακολούθηση του HICP στους εφήβους.
Η κλίμακα PEG (Pain, Enjoyment, General Activity) προέρχεται από το Brief Pain Inventory και έχει τρεις ερωτήσεις, βαθμολογούμενες από 0 έως 10. Αφορούν τη μέση ένταση του πόνου την τελευταία εβδομάδα και το πόσο ο πόνος επηρεάζει την απόλαυση της ζωής και τη γενική δραστηριότητα. Χρησιμοποιείται ευρέως στους ενήλικες, αλλά οι ψυχομετρικές της ιδιότητες δεν είχαν ελεγχθεί στον παιδιατρικό χρόνιο πόνο. Οι White και συνεργάτες, με τελευταία (senior) συγγραφέα τη Laura E. Simons, πραγματοποίησαν δευτερογενή ανάλυση της πολυκεντρικής μελέτης SPRINT (Signature for Pain Recovery IN Teens). Η ανάλυση περιέλαβε 263 εφήβους 10–18 ετών (μέση ηλικία 15,6 έτη, 84,4% κορίτσια) με κύρια διάγνωση χρόνιο μυοσκελετικό πόνο. Οι έφηβοι αξιολογήθηκαν σε τρία τριτοβάθμια παιδιατρικά κέντρα πόνου, στο Stanford, στο Cincinnati και στο SickKids του Τορόντο, και παρακολουθήθηκαν για 12 μήνες.
Η PEG συσχετίστηκε ισχυρά με τη λειτουργική αναπηρία (r = 0,63), την ποιότητα ζωής (r = −0,56), την ένταση του πόνου (r = 0,58) και το δυσάρεστο του πόνου (r = 0,61). Είχε ισχυρή έως μέτρια συσχέτιση με την κόπωση (r = 0,53), την κατάθλιψη (r = 0,49) και την καταστροφολογία του πόνου (r = 0,49). Η συσχέτιση με τον ύπνο (r = −0,31) και το άγχος (r = 0,25) ήταν μικρή. Η διακριτική ικανότητα της κλίμακας ήταν από αποδεκτή έως εξαιρετική (AUC 0,76–0,81). Το καλύτερο αποτέλεσμα αφορούσε την υψηλή λειτουργική αναπηρία, δηλαδή βαθμολογία στο Functional Disability Inventory τουλάχιστον 28: AUC 0,81, ευαισθησία 0,75, ειδικότητα 0,76 και θετική προγνωστική αξία 0,64. Το βέλτιστο όριο για τον HICP ήταν βαθμολογία PEG ίση ή μεγαλύτερη του 6. Το όριο επιβεβαιώθηκε και έναντι της έντασης του πόνου, του δυσάρεστου του πόνου και της ποιότητας ζωής.
Με αυτό το όριο, το 42,6% των εφήβων ταξινομήθηκε ως έχοντες χρόνιο πόνο με υψηλό αντίκτυπο (HICP) στην αρχική αξιολόγηση. Οι έφηβοι αυτοί είχαν σημαντικά μεγαλύτερη αναπηρία, χειρότερη ποιότητα ζωής, εντονότερο πόνο, περισσότερη κόπωση, κατάθλιψη και καταστροφολογία και χειρότερο ύπνο. Δεν διέφεραν από τους υπόλοιπους σε ηλικία ή σε διάρκεια του πόνου. Το ποσοστό του HICP μειώθηκε σταδιακά, στο 21,3% στους 12 μήνες. Οι μεταβάσεις όμως έγιναν και προς τις δύο κατευθύνσεις. Περίπου οι μισοί έφηβοι με αρχικό HICP δεν πληρούσαν πλέον τα κριτήρια στους τρεις μήνες, ανεξάρτητα από την πρώιμη θεραπευτική παρέμβαση, ενώ άλλοι μετακινήθηκαν αντίστροφα. Δεν φάνηκε σαφής σύνδεση της φυσικοθεραπείας ή της ψυχολογικής υποστήριξης με τις μεταβολές αυτές. Οι συγγραφείς τονίζουν όμως ότι ο σχεδιασμός της μελέτης δεν επιτρέπει συμπεράσματα για την αποτελεσματικότητα των θεραπειών.
Οι συγγραφείς αναφέρουν σημαντικούς περιορισμούς. Οι έφηβοι δεν συμμετείχαν στην αξιολόγηση του περιεχομένου της κλίμακας. Το δείγμα προερχόταν από τριτοβάθμια κέντρα, με υψηλό ποσοστό κοριτσιών και λευκών εφήβων (70%). Η μελέτη δεν είχε προκαταχωρηθεί. Η ειδικότητα στο επιλεγμένο όριο ήταν σχετικά μέτρια, γι’ αυτό μια βαθμολογία PEG ίση ή μεγαλύτερη του 6 πρέπει να ακολουθείται από πληρέστερη, πολυδιάστατη αξιολόγηση πριν οριστικοποιηθεί το θεραπευτικό πλάνο.
Κλινικό μήνυμα: σύμφωνα με τους συγγραφείς, η PEG συμπληρώνεται από τους εφήβους σε λιγότερο από ένα λεπτό. Θα μπορούσε επομένως να χρησιμοποιείται στην πρωτοβάθμια φροντίδα, στη σχολική υγεία και στα εξειδικευμένα ιατρεία πόνου, αν και η εφαρμογή του ορίου εκτός τριτοβάθμιων κέντρων χρειάζεται περαιτέρω επιβεβαίωση. Το όριο του 6 βοηθά στην έγκαιρη αναγνώριση των εφήβων που μπορεί να ωφεληθούν από παραπομπή σε διεπιστημονική αντιμετώπιση του χρόνιου πόνου. Βοηθά επίσης στην παρακολούθηση της λειτουργικής αποκατάστασης, που είναι ο κύριος στόχος της θεραπείας του πόνου στα παιδιά και τους εφήβους.


