Skip to content Skip to sidebar Skip to footer

Παγκόσμιες και περιοχικές καμπύλες αναφοράς για τον πόνο σε όλη τη διάρκεια της ζωής, από 6,1 εκατομμύρια άτομα σε 118 χώρες

Fillingim M, Tanguay-Sabourin C, Neuert L, Zare A, Norman J, Guglietti GV, et al.
Global and regional reference curves for pain across the lifespan in 6.1 million individuals in 118 countries.
Nat Med. 2026 Oct 5. doi:10.1038/s41591-026-04696-w. [Epub ahead of print]
Δημοσίευση: Nature Medicine, ηλεκτρονική δημοσίευση 5 Οκτωβρίου 2026, πριν από την έντυπη έκδοση

Ο πόνος είναι η κύρια αιτία αναπηρίας παγκοσμίως. Μέχρι σήμερα, όμως, δεν υπήρχε ενιαίο πλαίσιο αναφοράς, που να δείχνει πώς κατανέμεται το φορτίο του πόνου ανάλογα με την ηλικία και την περιοχή του κόσμου. Οι Fillingim και συνεργάτες, υπό τον συντονισμό ερευνητών του Πανεπιστημίου McGill στον Καναδά, συγκέντρωσαν ατομικά δεδομένα 6.125.459 συμμετεχόντων. Τα δεδομένα προήλθαν από 902 πληθυσμιακές πηγές δεδομένων (μελέτες και έρευνες) σε 118 χώρες, την περίοδο 1990–2025.  Οι συμμετέχοντες ήταν ηλικίας από 5 έως και άνω των 100 ετών, και το 55% ήταν γυναίκες.

Οι διαφορετικές ερωτήσεις κάθε μελέτης για τον πόνο αντιστοιχίστηκαν σε 11 κοινές ανατομικές θέσεις, ώστε τα δεδομένα να είναι συγκρίσιμα και να αναλυθούν ενιαία. Ο πόνος καταγράφηκε στις εξής 11 ανατομικές θέσεις: κεφαλή, πρόσωπο, αυχένα ή ώμο, άκρο πόδι ή ποδοκνημική, άκρα χείρα ή καρπό, αγκώνα, θώρακα, ράχη, κοιλιά, ισχίο και γόνατο. Εξετάστηκαν επίσης τρεις συγκεντρωτικές εκβάσεις. Η πρώτη ήταν ο πόνος σε οποιαδήποτε θέση. Η δεύτερη ήταν ο πόνος υψηλής έντασης, δηλαδή μέση ένταση τουλάχιστον 7 σε κλίμακα 0–10. Η τρίτη ήταν ο γενικευμένος πόνος, δηλαδή πόνος σε τουλάχιστον τέσσερις από τις πέντε περιοχές του σώματος, σύμφωνα με τα  κριτήρια της αναθεώρησης του 2016 για την ινομυαλγία. Οι μεταβολές του επιπολασμού με την ηλικία εκτιμήθηκαν με γενικευμένα γραμμικά μικτά μοντέλα. Τα μοντέλα προσαρμόστηκαν για την περίοδο ανάκλησης και για τον ορισμό του πόνου που χρησιμοποιούσε κάθε μελέτη.

Ο επιπολασμός κυμάνθηκε από περίπου 2% για τον πόνο στο πρόσωπο έως 40% για τον πόνο στη ράχη. Οι γυναίκες ανέφεραν συχνότερα πόνο και στις 11 θέσεις, με σχετικό κίνδυνο (RR) από 1,08 έως 1,83. Οι μεγαλύτερες διαφορές αφορούσαν τον πόνο στο πρόσωπο, την κεφαλαλγία και το κοιλιακό άλγος. Σε όλες τις θέσεις, ο επιπολασμός αυξανόταν πιο απότομα πριν από την ηλικία των 55 ετών. Σε 7 από τις 11 θέσεις η καμπύλη είχε σχήμα ανεστραμμένου U, με κορύφωση στην ενήλικη ζωή και μείωση στη συνέχεια. Το κοιλιακό άλγος κορυφωνόταν περίπου στα 23 έτη και η κεφαλαλγία στα 34. Ο πόνος στη ράχη, στο ισχίο και στο γόνατο, αντίθετα, αυξανόταν σε όλη την ενήλικη ζωή, με την ταχύτερη αύξηση μεταξύ 20 και 55 ετών. Ο πόνος σε οποιαδήποτε θέση αυξανόταν από περίπου 30% στην ηλικία των 5 ετών σε 70% μετά τα 100 έτη. Ο πόνος υψηλής έντασης κορυφωνόταν γύρω στα 50 έτη και ο γενικευμένος πόνος γύρω στα 70.

Οι συγγραφείς βρήκαν ότι στη μεγάλη ηλικία ο πόνος ήταν σημαντικά συχνότερος στις χώρες με τον χαμηλότερο Δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης (HDI). Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τις μέχρι σήμερα εκτιμήσεις, που γενικά προβλέπουν υψηλότερο επιπολασμό στις χώρες με υψηλό HDI. Στην ηλικία των 80 ετών και άνω, η διαφορά για τον πόνο σε οποιαδήποτε θέση έφτανε τις 30,6 εκατοστιαίες μονάδες (95% CI: 26,9–34,3). Ο επιπολασμός της οσφυαλγίας ήταν σχεδόν διπλάσιος. Η Ανατολική Ευρώπη είχε τη μεγαλύτερη υπέρβαση της παγκόσμιας καμπύλης στη μεγάλη ηλικία, περίπου 21 εκατοστιαίες μονάδες. Η Δυτική Ευρώπη παρέμεινε κάτω από την παγκόσμια καμπύλη.

Παγκοσμίως, το 18,3% του φορτίου του πόνου αποδόθηκε σε τρεις τροποποιήσιμους παράγοντες: το κάπνισμα, την παχυσαρκία και το χαμηλό εισόδημα. Το ποσοστό αυτό κυμάνθηκε από 12,6% στην Υποσαχάρια Αφρική έως 27,1% στην Ανατολική Ευρώπη. Επομένως, οι παράγοντες που προκαλούν πόνο στις χώρες χαμηλής ανάπτυξης δεν έχουν ακόμη διερευνηθεί επαρκώς. Η παχυσαρκία συνδέθηκε κυρίως με πόνο στο άκρο πόδι ή την ποδοκνημική, στο γόνατο και στο ισχίο.

Οι καμπύλες αναφοράς είναι διαθέσιμες σε ελεύθερα προσβάσιμη πλατφόρμα σύγκρισης. Μέσω αυτής, νέα δεδομένα μπορούν να συγκριθούν με τις παγκόσμιες τιμές για την ίδια ηλικία και το ίδιο φύλο, όπως γίνεται με τις καμπύλες ανάπτυξης στην παιδιατρική.

Οι συγγραφείς αναφέρουν σημαντικούς περιορισμούς. Τα περισσότερα δεδομένα ήταν συγχρονικά, οπότε περιγράφουν πληθυσμιακά πρότυπα και όχι τη μεταβολή του πόνου στο ίδιο άτομο. Οι ορισμοί του πόνου και οι περίοδοι ανάκλησης διέφεραν μεταξύ μελετών. Οι εκτιμήσεις αφορούν τρέχοντα ή πρόσφατο πόνο και όχι απαραίτητα χρόνιο πόνο. Τέλος, τα δεδομένα για τα παιδιά, τους υπερήλικες και ορισμένες γεωγραφικές περιοχές ήταν περιορισμένα και άνισα κατανεμημένα.

Το κύριο κλινικό μήνυμα είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος του φορτίου του πόνου συσσωρεύεται πριν από τη μέση ηλικία. Γι’ αυτό η πρόληψη πρέπει να ξεκινά νωρίτερα στη ζωή. Οι συγγραφείς τονίζουν επίσης ότι η επιτήρηση του πόνου σε παιδιά και εφήβους παραμένει ελλιπής, ακόμη και στις χώρες υψηλής ανάπτυξης.