Skip to content Skip to sidebar Skip to footer

Περπατώντας για τον χρόνιο πόνο: γιατί έχει σημασία, τι γνωρίζουμε και πώς ξεκινάμε: Θέση της ομάδας εργασίας «On The Move» της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Πόνου (EFIC)

Verbrugghe J, Reneman MF, Cunningham C, Ciccone DK, Budzisz A, Kocot-Kępska M, et al. Walking for chronic pain: why it matters, what we know and how to get started: a position paper from the European Pain Federation (EFIC) ‘On The Move’ Task Force.
Eur J Pain. 2026;30(9):e70398. doi:10.1002/ejp.70398
Δημοσίευση: European Journal of Pain, τεύχος Οκτωβρίου 2026. Ηλεκτρονική δημοσίευση 24 Σεπτεμβρίου 2026

Η σωματική δραστηριότητα είναι βασικό στοιχείο της αντιμετώπισης του χρόνιου πόνου. Οι γενικές συστάσεις όμως δύσκολα γίνονται πρακτικές και κλινικά χρήσιμες οδηγίες για τους ασθενείς και τους επαγγελματίες υγείας. Το βάδισμα είναι μια ελκυστική επιλογή, επειδή είναι προσβάσιμο, προσαρμόσιμο και οικονομικό και εντάσσεται εύκολα στην καθημερινότητα. Η ομάδα εργασίας «On The Move» της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Πόνου (EFIC) δημοσίευσε θέση για το βάδισμα ως θεραπευτική παρέμβαση στον χρόνιο πόνο. Η θέση βασίζεται σε προηγούμενες συστάσεις της EFIC για τη σωματική δραστηριότητα. Στη συγγραφική ομάδα συμμετέχει η Νάντια Μάλλιου, ψυχολόγος, Πρόεδρος της Pain Alliance Europe και υποψήφια διδάκτορας της Κλινικής Αναισθησιολογίας και Εντατικής Θεραπείας της Ιατρικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Το κείμενο είναι αφηγηματική σύνθεση της βιβλιογραφίας για τις παρεμβάσεις βαδίσματος σε χρόνιες μυοσκελετικές παθήσεις με πόνο. Οι συγγραφείς εξέτασαν τα δεδομένα για τον αριθμό βημάτων, για τους τρόπους σταδιακής αύξησης της δραστηριότητας και για τους συμπεριφορικούς παράγοντες που επηρεάζουν τη συμμετοχή στο βάδισμα. Από αυτά διατύπωσαν συστάσεις που μπορούν να εφαρμοστούν στην κλινική πράξη.

Οι παρεμβάσεις βαδίσματος βελτιώνουν σε μικρό έως μέτριο βαθμό τον πόνο, τη σωματική λειτουργικότητα και την ποιότητα ζωής που σχετίζεται με την υγεία. Το όφελος εμφανίζεται ακόμη και σε επίπεδα δραστηριότητας χαμηλότερα από τους συνήθεις στόχους της δημόσιας υγείας. Το μεγαλύτερο όφελος παρατηρείται όταν το άτομο περνά από πολύ χαμηλή σε μέτρια δραστηριότητα. Τα δεδομένα δεν στηρίζουν κάποιον καθολικό στόχο βημάτων για τη μείωση του πόνου. Δίνουν έμφαση στην εξατομικευμένη, σταδιακή αύξηση της δραστηριότητας και στη συνέπεια. Σε πληθυσμιακό επίπεδο, το βάδισμα δεν συνδέθηκε με επιδείνωση της έντασης του πόνου. Όταν το άτομο αυξάνει σταδιακά το βάδισμα, μπορεί επίσης να αποκτήσει περισσότερη εμπιστοσύνη στην ικανότητά του να είναι σωματικά δραστήριο.

Οι συγγραφείς επισημαίνουν και έναν περιορισμό των διαθέσιμων δεδομένων. Οι παρεμβάσεις βαδίσματος εφαρμόζονται συνήθως μαζί με εκπαίδευση, θέσπιση στόχων, καταγραφή της δραστηριότητας ή υποστήριξη από επαγγελματία υγείας. Γι’ αυτό είναι δύσκολο να εκτιμηθεί πόσο συμβάλλει μόνο το βάδισμα στην αλλαγή των πεποιθήσεων για την κίνηση και τη δραστηριότητα.

Η θέση καταλήγει ότι το βάδισμα είναι γενικά ασφαλής, τεκμηριωμένη στρατηγική για τον χρόνιο πόνο, που μπορεί να εφαρμοστεί σε ευρεία κλίμακα. Η σταδιακή αύξηση, προσαρμοσμένη στις δυνατότητες του κάθε ατόμου, συμφωνεί περισσότερο με τα δεδομένα από τους σταθερούς στόχους. Το κείμενο εξετάζει επίσης συχνά εμπόδια, όπως ο φόβος της κίνησης και οι εξάρσεις των συμπτωμάτων. Προτείνει ένα καθοδηγητικό μήνυμα για τους επαγγελματίες υγείας, που διευκολύνει την επικοινωνία με τους ασθενείς και την αυτοδιαχείριση.

Για την κλινική πράξη, το μήνυμα είναι απλό και ενθαρρυντικό. Ο ασθενής με χρόνιο πόνο δεν χρειάζεται να φτάσει σε συγκεκριμένο αριθμό βημάτων για να ωφεληθεί. Η μεγαλύτερη αξία βρίσκεται στη μετάβαση από την αδράνεια σε μέτρια αλλά σταθερή δραστηριότητα. Η πρόοδος πρέπει να είναι σταδιακή και να συμφωνείται με τον ίδιο τον ασθενή.