Η κεταμίνη, ένας ανταγωνιστής των υποδοχέων NMDA, έχει αναδειχθεί ως πιθανή
εναλλακτική θεραπευτική επιλογή, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις ανθεκτικού χρόνιου
πόνου.
Η παρούσα ανασκόπηση αποσκοπεί στη συνολική αποτίμηση της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας της κεταμίνης, καθώς και στον εντοπισμό ερευνητικών κενών και προοπτικών για τη μελλοντική της χρήση.
Η ανασκόπηση βασίστηκε σε εκτενή βιβλιογραφική αναζήτηση σε διεθνείς βάσεις δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων των Medline, PubMed, Google Scholar και Cochrane. Συμπεριλήφθηκαν μελέτες όπως τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές, μετα-αναλύσεις, συστηματικές ανασκοπήσεις και μελέτες παρατήρησης , ενώ αποκλείστηκαν case report και μη αγγλόφωνες δημοσιεύσεις. Συνολικά
αναλύθηκαν 70 μελέτες, οι οποίες κάλυπταν διαφορετικές μορφές χρόνιου πόνου,όπως νευροπαθητικό πόνο, ινομυαλγία και σύνδρομο σύνθετου περιοχικού πόνου. Τα κύρια κριτήρια αξιολόγησης περιλάμβαναν την αποτελεσματικότητα της κεταμίνης στη μείωση του πόνου και το προφίλ ανεκτικότητάς της.
Τα ευρήματα των μελετών υποδεικνύουν ότι η κεταμίνη μπορεί να προσφέρει
σημαντική βραχυπρόθεσμη ανακούφιση από τον πόνο, ιδιαίτερα σε ασθενείς με
νευροπαθητικό πόνο. Η ενδοφλέβια χορήγηση αποτελεί την πλέον μελετημένη οδό,
με δόσεις χαμηλότερες των αναισθητικών να παρουσιάζουν ικανοποιητική
αποτελεσματικότητα και αποδεκτή ανεκτικότητα.
Ωστόσο, η διάρκεια της αναλγητικής δράσης είναι συνήθως περιορισμένη, ενώ τα
αποτελέσματα από άλλες οδούς χορήγησης, όπως από του στόματος ή η ενδορινική,
εμφανίζουν μεταβλητότητα. Σε καταστάσεις όπως η ινομυαλγία, η ανταπόκριση είναι
λιγότερο σαφής, ενώ στο σύνδρομο σύνθετου περιοχικού πόνου έχουν παρατηρηθεί
ενθαρρυντικά αποτελέσματα.
Ο χρόνιος πόνος και η κατάθλιψη συνυπάρχουν συχνά και μοιράζονται κοινούς
νευροβιολογικούς μηχανισμούς. Η κεταμίνη φαίνεται να δρα ευεργετικά και στις δύο
καταστάσεις, μειώνοντας τόσο την ένταση του πόνου όσο και τα συμπτώματα κατάθλιψης.
Η διπλή αυτή δράση ενδέχεται να ενισχύει τη συνολική θεραπευτική της επίδραση, μέσω
διακοπής του φαύλου κύκλου πόνου και ψυχικής επιβάρυνσης.
Παρά τη σχετική αποτελεσματικότητα, η χρήση της κεταμίνης συνοδεύεται από
ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως ψυχομιμητικά φαινόμενα, καρδιαγγειακές μεταβολές
και νευροψυχιατρικές εκδηλώσεις. Οι περισσότερες από αυτές είναι ήπιες και
παροδικές σε χαμηλές δόσεις, ωστόσο οι μακροχρόνιες επιπτώσεις, ιδιαίτερα όσον
αφορά τη γνωστική λειτουργία και τον κίνδυνο εξάρτησης, δεν έχουν επαρκώς
διερευνηθεί.
Η κεταμίνη αποτελεί μια υποσχόμενη αλλά ακόμη υπό διερεύνηση θεραπευτική
επιλογή για τον χρόνιο πόνο. Παρέχει βραχυπρόθεσμη ανακούφιση με αποδεκτό
προφίλ ασφάλειας, ωστόσο δεν αποτελεί θεραπεία πρώτης γραμμής. Η χρήση της
πρέπει να περιορίζεται σε ανθεκτικές περιπτώσεις και να πραγματοποιείται υπό
εξειδικευμένη ιατρική επίβλεψη. Η πλήρης ενσωμάτωσή της στην κλινική πρακτική
προϋποθέτει την ενίσχυση της επιστημονικής τεκμηρίωσης και την ανάπτυξη σαφών
θεραπευτικών πρωτοκόλλων.
https://doi.org/10.1007/s40263-025-01234-z


