Authors: Sean Mackey , Nima Aghaeepour , Brice Gaudilliere , Ming-Chih Kao , Merve Kaptan , Edward Lannon, Dario Pfyffer , Kenneth Weber
Link άρθρου: https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/39909549/
Συντονισμός και Επιμέλεια Μετάφρασης: Κουρούκλη Ειρήνη MD PhD FIPP
Διευθύντρια Αναισθησιολογικού Τμήματος, Ιπποκράτειο ΓΝΑ
Συγγραφική ομάδα: Καραμολέγκου Άννα, Παπακωνσταντίνου Αθανασία
Ειδικευόμενοι Αναισθησιολογικού Τμήματος, Ιπποκράτειο ΓΝΑ
Το άρθρο «Innovations in acute and chronic pain biomarkers: enhancing diagnosis and personalized therapy» παρουσιάζει μια σύγχρονη και ολοκληρωμένη ανασκόπηση των κύριων εξελίξεων στη μελέτη βιοδεικτών για τον οξύ και τον χρόνιο πόνο. Η ανάγκη για τέτοιους βιοδείκτες προκύπτει από το γεγονός ότι ο πόνος αποτελεί ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο, το οποίο μέχρι σήμερα αξιολογείται σχεδόν αποκλειστικά μέσω υποκειμενικών αυτοαναφορών από τους ασθενείς. Παρότι αυτές οι μέθοδοι παραμένουν απαραίτητες, δεν επαρκούν για να απεικονίσουν πλήρως τους βιολογικούς μηχανισμούς που οδηγούν στην εμφάνιση, διατήρηση και επιδείνωση του πόνου. Έτσι, οι ερευνητές επιδιώκουν την ανάπτυξη αντικειμενικών και μετρήσιμων βιοδεικτών που μπορούν να συμβάλουν σε ακριβέστερη διάγνωση, καλύτερη παρακολούθηση της πορείας και πιο στοχευμένη θεραπευτική προσέγγιση.
Σύμφωνα με το άρθρο, βιοδείκτης θεωρείται κάθε μετρήσιμη παράμετρος που αντιπροσωπεύει μια φυσιολογική διαδικασία, μια παθολογική κατάσταση ή μια αντίδραση σε θεραπεία. Οι βιοδείκτες αυτοί μπορούν να έχουν πολλούς ρόλους: ορισμένοι βοηθούν στη διάγνωση τύπων πόνου, άλλοι προβλέπουν την εξέλιξη της κατάστασης, ενώ κάποιοι εκτιμούν την ανταπόκριση σε συγκεκριμένες θεραπείες ή λειτουργούν ως δείκτες παρακολούθησης της πορείας.
Η ανασκόπηση καταγράφει και σχολιάζει τέσσερις βασικές κατηγορίες βιοδεικτών: νευροαπεικονιστικούς, νευροφυσιολογικούς, μοριακούς και φυσιολογικούς/συμπεριφορικούς.
Οι νευροαπεικονιστικοί βιοδείκτες — όπως MRI, λειτουργική MRI, PET και πιο εξειδικευμένες μέθοδοι — επιτρέπουν τη μελέτη δομικών και λειτουργικών αλλαγών στον εγκέφαλο και στο νευρικό σύστημα που σχετίζονται με τον πόνο. Για παράδειγμα, συγκεκριμένα μοτίβα ενεργοποίησης ή τροποποιήσεις στη συνδεσιμότητα εγκεφαλικών δικτύων έχουν συνδεθεί με ευαισθητοποίηση, μετατροπή οξέος σε χρόνιο πόνο ή διαφορές σε τύπους πόνου. Τέτοιου είδους ευρήματα μπορούν να αξιοποιηθούν τόσο διαγνωστικά όσο και προγνωστικά.
Οι νευροφυσιολογικοί βιοδείκτες, που προέρχονται από τεχνικές όπως EEG (ηλεκτροεγκεφαλογράφημα) και MEG (μαγνητοεγκεφαλογράφημα) , εξετάζουν την ηλεκτρική δραστηριότητα του εγκεφάλου σε κατάσταση ηρεμίας ή κατά τη διάρκεια ερεθισμού. Μεταβολές σε συγκεκριμένες συχνότητες, όπως το gamma ή το theta εύρος, έχουν συσχετιστεί με την επεξεργασία του πόνου και τη νευρωνική υπερευαισθησία. Αυτοί οι δείκτες είναι ιδιαίτερα χρήσιμοι λόγω της σχετικά χαμηλής τους δαπάνης και της δυνατότητας γρήγορης εφαρμογής τους.
Οι μοριακοί βιοδείκτες περιλαμβάνουν παραμέτρους που μετρώνται σε αίμα, ούρα ή ιστούς, όπως κυτοκίνες, πρωτεΐνες, μεταβολίτες και άλλες ουσίες που σχετίζονται με φλεγμονώδεις ή νευροβιολογικές διεργασίες. Με την ανάπτυξη των τεχνολογιών “-omics” (πρωτεωμικής, μεταβολομικής κ.λπ.), καθίσταται δυνατό να καταγραφούν πολύπλοκα μοριακά προφίλ που αντικατοπτρίζουν τη φυσιολογική κατάσταση του οργανισμού. Τέτοια προφίλ μπορεί να συμβάλλουν στον εντοπισμό υποομάδων ασθενών που εμφανίζουν συγκεκριμένους τύπους πόνου, καθώς και στην εκτίμηση του ποιος είναι πιθανότερο να ανταποκριθεί σε φαρμακευτική ή άλλη θεραπεία.
Οι φυσιολογικοί και συμπεριφορικοί βιοδείκτες αποτελούν επίσης σημαντικό πεδίο. Η ποσοτική αισθητική δοκιμασία (QST), η οποία εξετάζει την αντίδραση σε πίεση, θερμότητα ή δόνηση, μπορεί να αναδείξει νευροπαθητικό πόνο ή αυξημένη ευαισθησία. Αντίστοιχα, η παρακολούθηση της κινητικότητας, της δραστηριότητας και του ύπνου μέσω φορητών συσκευών βοηθά στην αποτύπωση προτύπων συμπεριφοράς που σχετίζονται με πόνο. Επιπλέον, παράγοντες όπως το άγχος, η διάθεση και η συμπεριφορά αντιμετώπισης του πόνου επηρεάζουν την έκφραση και την πορεία του και όταν ενσωματώνονται σε μοντέλα βιοδεικτών προσθέτουν σημαντική πληροφορία.
Ένα από τα κύρια μηνύματα της ανασκόπησης είναι ότι ο πόνος, ιδιαίτερα ο χρόνιος, είναι πολυδιάστατος — επομένως είναι πολύ δύσκολο να περιγραφεί με έναν μόνο βιοδείκτη. Για τον λόγο αυτό, οι συγγραφείς υποστηρίζουν τη δημιουργία σύνθετων συνδυαστικών “υπογραφών” βιοδεικτών, δηλαδή πολυπαραγοντικών προφίλ που ενσωματώνουν δεδομένα από απεικόνιση, φυσιολογία, μοριακή ανάλυση και συμπεριφορά. Η ανάλυση τέτοιων δεδομένων είναι εφικτή χάρη στη σημαντική πρόοδο της τεχνητής νοημοσύνης και των μεθόδων μηχανικής μάθησης, που μπορούν να εντοπίζουν μοτίβα μέσα σε μεγάλα και σύνθετα σύνολα πληροφοριών.
Η ανάπτυξη αξιόπιστων βιοδεικτών μπορεί να ενισχύσει ουσιαστικά τη διάγνωση και τη θεραπεία του πόνου. Με τη βοήθειά τους, οι κλινικοί ιατροί μπορούν να επιλέγουν πιο στοχευμένες παρεμβάσεις, να εκτιμούν ποιοι ασθενείς έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να αναπτύξουν χρόνιο πόνο και να παρακολουθούν αντικειμενικά την ανταπόκριση στη θεραπεία. Επιπλέον, οι βιοδείκτες μπορούν να συμβάλουν στην καλύτερη σχεδίαση κλινικών δοκιμών, στη βελτίωση της επιλογής συμμετεχόντων και στη μέτρηση των θεραπευτικών αποτελεσμάτων.
Το άρθρο καταλήγει ότι η έρευνα στον τομέα των βιοδεικτών πόνου βρίσκεται σε δυναμική και εξελισσόμενη φάση. Η συνδυασμένη χρήση απεικονιστικών, μοριακών και συμπεριφορικών δεδομένων μέσω σύγχρονων αναλυτικών τεχνικών προσφέρει μια πολλά υποσχόμενη προοπτική για το μέλλον της εξατομικευμένης ιατρικής στον πόνο. Με την πρόοδο των μεθοδολογιών και την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ διαφορετικών επιστημονικών πεδίων, οι βιοδείκτες έχουν τη δυνατότητα να μεταμορφώσουν τον τρόπο με τον οποίο διαγιγνώσκεται, παρακολουθείται και αντιμετωπίζεται ο πόνος.


