Skip to content Skip to sidebar Skip to footer

Μακροχρόνια Προοπτική Παρακολούθηση των Επεμβατικών Τεχνικών Αντιμετώπισης Πόνου στη Σπονδυλική Στήλη και της Συμμόρφωσης στη Φυσικοθεραπεία σε Ασθενείς με Χρόνιο Πόνο

Wael Saleem, Mohammed Orompurath, Shaif Jarallah, Jo Ann LeQuang, Muntaha Elayyan, Mustafa Rezk, Zeineb Fourati, Ahmad Hajaj, Flaminia Coluzzi, and Joseph V. Pergolizzi, Jr.

https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/40944030/

Συντονισμός και Επιμέλεια Μετάφρασης : Κουρούκλη Ειρήνη MD PhD FIPP Διευθύντρια Αναισθησιολογικού Τμήματος , Ιπποκράτειο ΓΝΑ
Συγγραφική ομάδα: Μπραϊμάκης Φώτης ,Φιλιππούση Φένια Ειδικευόμενοι Αναισθησιολογικού Τμήματος, Ιπποκράτειο ΓΝΑ

Εισαγωγή
Από όλες τις χρόνιες παθήσεις παγκοσμίως καμία δεν επηρεάζει την καθημερινή κι επαγγελματική ζωή όπως ο χρόνιος πόνος στη μέση. Αποτελεί μια από τις συχνότερες αιτίες αναπηρίας παγκοσμίως, επηρεάζοντας εκατομμύρια άτομα και επιβαρύνοντας σημαντικά το σύστημα υγείας. Οι συντηρητικές μέθοδοι, όπως φαρμακοθεραπεία, διορθωτικοί πάτοι παπουτσιών, γυμναστική, μασάζ, εναλλακτικές τεχνικές, είναι η πρώτη γραμμή αντιμετώπισης. Καθοριστικό για την αντιμετώπιση του χρόνιου πόνου στην ράχη είναι oι επεμβατικές τεχνικές στη σπονδυλική στήλη [spinal interventional pain procedures (IPPs)], όπως οι διατρηματικές επισκληρίδιες εγχύσεις στεροειδών, οι αποκλεισμοί μέσων κλάδων και η εφαρμογή ραδιοσυχνοτήτων, χρησιμοποιούνται ευρέως, όταν οι συντηρητικές θεραπείες αποτυγχάνουν. Η φυσικοθεραπεία παραμένει ακρογωνιαίος λίθος στη διαχείριση του χρόνιου πόνου στην οσφύ , ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της αποκατάστασης μετά από επεμβατικές τεχνικές. Η μακροχρόνια αποτελεσματικότητα των επεμβατικών τεχνικών, παραμένει ανεπαρκώς μελετημένη. Η παρούσα μελέτη επιδιώκει να καταγράψει με συστηματικό τρόπο την πορεία ασθενών σε ορίζοντα τεσσάρων ετών μετά από IPP, αξιολογώντας την ένταση του πόνου, τη συνολική ποιότητα της υγείας και την αναπηρία, τη συμμόρφωση με τη φυσικοθεραπεία, την ανάγκη για επαναλαμβανόμενες διαδικασίες και την κατανάλωση αναλγητικών, προσφέροντας μια από τις πιο μακροχρόνιες αξιολογήσεις στον συγκεκριμένο θεραπευτικό τομέα.
Μέθοδοι
Πρόκειται για προοπτική μελέτη παρατήρησης, με αναδρομική καταχώρηση, η οποία διεξήχθη στο Hamad Medical Corporation, Κατάρ. Από 766 ασθενείς που υποβλήθηκαν σε IPP μέσα στο 2017, 174 πληρούσαν τα κριτήρια ένταξης και ολοκλήρωσαν το σύνολο των follow-up σε 6, 12, 24, 36 και 48 μήνες. Οι ενταχθέντες ήταν 18–80 ετών με χρόνιο πόνο ≥6 μηνών, ανθεκτικό σε συντηρητική θεραπεία. Αποκλείστηκαν ασθενείς με σοβαρή παθολογία της σπονδυλικής στήλης (λοίμωξη, όγκος, κάταγμα), περιφερικές νευροπάθειες, αγγειακές ή ψυχιατρικές διαταραχές, καθώς και όσοι δεν συμπλήρωσαν τα follow-up.
Οι παρεμβάσεις περιλάμβαναν:
1. διατρηματικές επισκληρίδιες εγχύσεις στεροειδών,
2. αποκλεισμούς μέσων κλάδων με ή χωρίς εφαρμογή ραδιοσυχνοτήτων ,
3. διαγνωστικές και θεραπευτικές παρεμβάσεις στις ιερολαγόνιες αρθρώσεις.
Η αξιολόγηση πραγματοποιήθηκε με τις κλίμακες NRS, ODI, EQ-5D-5L, EQ-H ealth VAS και PGIC. Η συμμόρφωση στη φυσικοθεραπεία ορίστηκε ως ολοκλήρωση των συνιστώμενων κύκλων PT (3 συνεδρίες/εβδομάδα για 6 εβδομάδες, 2–3 φορές ετησίως). Η χρήση αναλγητικών επιβεβαιώθηκε με αυτοαναφορά και ηλεκτρονικές συνταγές.
Για τη στατιστική ανάλυση εφαρμόστηκαν μη παραμετρικές δοκιμασίες (Shapiro–Wilk, Mann–Whitney U, Kruskal–Wallis με Dunn correction, Wilcoxon Signed-Rank), με επίπεδο σημαντικότητας p < 0.05.
Αποτελέσματα
Οι περισσότεροι κλινικοί δείκτες εμφάνισαν σαφή και σταθερή βελτίωση σε όλη τη διάρκεια της τετραετούς παρακολούθησης. Η ένταση του πόνου (NRS) μειώθηκε από διάμεσο 8/10 σε 4–5/10 σε όλα τα χρονικά σημεία, με στατιστικά σημαντική διατήρηση του οφέλους έως και τους 48 μήνες. Αντίστοιχα, ο δείκτης αναπηρίας ODI παρουσίασε ουσιαστική μείωση (από 44 σε ~28–30), γεγονός που αποτυπώνει αρκετά απτή βελτίωση της λειτουργικότητας στην καθημερινή ζωή. Το συνολικό επίπεδο υγείας (EQ-5D) αυξήθηκε από 0.49 σε περίπου 0.74, υποδεικνύοντας βελτίωση σε πολλαπλές συνιστώσες φυσικής και ψυχολογικής ευεξίας.
Παρότι τα άτομα που ήταν συνεπή στη φυσικοθεραπεία εμφάνισαν αρχικά ελαφρώς καλύτερα αποτελέσματα στους πρώτους 6–12 μήνες, οι διαφορές αυτές σταδιακά εξαλείφθηκαν. Στο τέλος της μελέτης, τα σκορ πόνου, λειτουργικότητας και ποιότητας ζωής ήταν παρόμοια μεταξύ όσων ακολούθησαν και όσων δεν ακολούθησαν τα πρωτόκολλα PT. Η εικόνα αυτή είναι ενδιαφέρουσα, δεδομένου ότι η φυσικοθεραπεία θεωρείται κεντρικό εργαλείο αποκατάστασης· ωστόσο, η χαμηλή συμμόρφωση (περίπου 61% non-compliant) πιθανώς να αντικατοπτρίζει πραγματικές δυσκολίες πρόσβασης, έλειψη χρόνου ή ακόμη και φόβο επιδείνωσης του πόνου κατά την άσκηση — φαινόμενα γνωστά στη διεθνή βιβλιογραφία.
Η χρήση αναλγητικών εμφάνισε μικτή εικόνα: περισσότεροι από τους μισούς ασθενείς μείωσαν τη λήψη τους, αλλά σχεδόν το 43% αύξησε τη χρήση φαρμάκων, χωρίς σαφή σχέση ούτε με τη φυσικοθεραπεία ούτε με τον αριθμό των IPPs. Αυτό ενισχύει την ιδέα ότι η φαρμακευτική συμπεριφορά συχνά καθορίζεται από ψυχολογικούς, κοινωνικούς ή προσδοκιακούς παράγοντες και όχι αποκλειστικά από τις κλινικές εκβάσεις.
Σχετικά με τις παρεμβάσεις, η πλειονότητα των ασθενών (64,9%) χρειάστηκε μόνο μία IPP για να επιτύχει διατηρήσιμη βελτίωση, χωρίς ενδείξεις ότι πολλαπλές διαδικασίες οδηγούν σε ανώτερο αποτέλεσμα. Το επίπεδο ικανοποίησης ήταν υψηλό, καθώς το 87,9% δήλωσε μέτρια έως σημαντική βελτίωση. Δεν αναφέρθηκαν σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάματα.
Συμπεράσματα
Οι επεμβατικές τεχνικές για τον χρόνιο σπονδυλικό πόνο αποδείχθηκαν αποτελεσματικές και ασφαλείς, με σημαντική και μακροχρόνια βελτίωση του πόνου, της λειτουργικότητας και της ποιότητας ζωής έως και τέσσερα χρόνια μετά την εφαρμογή τους. Παρά την ευρέως αποδεκτή σημασία της φυσικοθεραπείας, η συγκεκριμένη μελέτη δεν ανέδειξε ουσιαστική διαφορά στις μακροπρόθεσμες εκβάσεις μεταξύ των συμμορφούμενων και μη συμμορφούμενων ασθενών, γεγονός που δείχνει ότι η πραγματική συμβολή της PT ίσως είναι πιο πολύπλοκη και εξαρτάται από ποιοτικά χαρακτηριστικά, όχι μόνο από τη συχνότητα.
Το εύρημα ότι τα πολλαπλά IPPs δεν προσέφεραν επιπλέον όφελος σε σχέση με μία μόνο παρέμβαση έχει ιδιαίτερη κλινική σημασία, καθώς υποστηρίζει μια πιο στοχευμένη και λιγότερο επεμβατική στρατηγική για τη μακροχρόνια αντιμετώπιση του χρόνιου πόνου. Παράλληλα, η απρόβλεπτη πορεία της χρήσης αναλγητικών υπογραμμίζει την ανάγκη να ληφθούν υπόψη και ψυχοκοινωνικοί παράγοντες στη διαχείριση αυτής της ομάδας ασθενών.
Συνολικά, τα αποτελέσματα αναδεικνύουν την αξία των IPPs αλλά και την ανάγκη για μεγαλύτερες, πολυκεντρικές μελέτες που θα εξετάσουν προγνωστικούς δείκτες ανταπόκρισης, θα αξιολογήσουν τη δυναμική της φυσικοθεραπείας και θα ενσωματώσουν ψυχοκοινωνικές μεταβλητές, ώστε να διαμορφωθούν πιο ολοκληρωμένες στρατηγικές θεραπείας.

Διαβάστε περισσότερα …