Authors: Natasha Cox, Christian D Mallen , Ian C Scott
Link άρθρου: https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/39881356/
Συντονισμός και Επιμέλεια Μετάφρασης: Κουρούκλη Ειρήνη MD PhD FIPP
Διευθύντρια Αναισθησιολογικού Τμήματος, Ιπποκράτειο ΓΝΑ
Συγγραφική ομάδα: Καραμολέγκου Άννα, Παπακωνσταντίνου Αθανασία
Ειδικευόμενοι Αναισθησιολογικού Τμήματος, Ιπποκράτειο ΓΝΑ
Η ρευματοειδής αρθρίτιδα (ΡΑ) είναι μια συστηματική, αυτοάνοση, φλεγμονώδης νόσος, η οποία εκδηλώνεται με πολυαρθρική συμμετρία, βλάβες των αρθρικών επιφανειών και σταδιακή αναπηρία. Παρά την πρόοδο στην κατανόηση της παθοφυσιολογίας και τη χρήση εξειδικευμένων ανοσοτροποποιητικών φαρμάκων (DMARDs), ο χρόνιος πόνος παραμένει το πιο διαδεδομένο και ανθεκτικό σύμπτωμα, επηρεάζοντας την ποιότητα ζωής, την ψυχική υγεία και τη λειτουργικότητα των ασθενών. Η αντιμετώπιση του πόνου στη ΡΑ απαιτεί κατανόηση της σύνθετης αιτιολογίας του, η οποία περιλαμβάνει τόσο φλεγμονώδεις όσο και μη φλεγμονώδεις μηχανισμούς, όπως η κεντρική ευαισθητοποίηση και η νευροπαθητική συνιστώσα.
Το παρόν άρθρο εστιάζει στη συστηματική αξιολόγηση των φαρμακολογικών παρεμβάσεων που στοχεύουν στη μείωση του πόνου σε ασθενείς με ΡΑ, με έμφαση στην αναλγητική δράση των DMARDs. Ο πόνος στη ΡΑ δεν είναι πάντοτε ανάλογος της φλεγμονώδους δραστηριότητας, κάτι που καταδεικνύει την εμπλοκή και άλλων μηχανισμών πόνου, όπως η διαταραχή της νευρωνικής επεξεργασίας σε επίπεδο νωτιαίου μυελού και εγκεφάλου. Αυτό καθιστά την επιλογή των κατάλληλων φαρμάκων πιο σύνθετη και απαιτεί τεκμηριωμένες αποφάσεις που να λαμβάνουν υπόψη την αιτιολογία και το προφίλ του ασθενούς.
Η μελέτη συνοψίζει ότι τα DMARDs, και ιδιαίτερα οι νεότερες κατηγορίες όπως οι JAK αναστολείς (π.χ. tofacitinib, baricitinib) και οι αναστολείς της IL-6 (τοσιλιζουμάμπη), προσφέρουν ουσιαστική βελτίωση στην ένταση του πόνου, ξεπερνώντας σε αποτελεσματικότητα τους TNF-αναστολείς. Οι JAK αναστολείς φαίνεται να ασκούν και νευροτροποποιητική δράση, πέραν της αντιφλεγμονώδους, γεγονός που εξηγεί εν μέρει την ταχύτερη και μεγαλύτερη ανακούφιση που προσφέρουν σε σχέση με τους παραδοσιακούς παράγοντες. Τα αποτελέσματα από κλινικές δοκιμές έδειξαν στατιστικά και κλινικά σημαντικές μειώσεις στον πόνο, ανεξάρτητα από τα υπόλοιπα κριτήρια που επιβεβαιώνουν ενεργό νόσο.
Η τοσιλιζουμάμπη, αναστολέας της υποδοχέα IL-6, φαίνεται επίσης να προσφέρει σημαντική αναλγητική δράση, ενδεχομένως εξαιτίας της τροποποίησης κεντρικών νευρικών μηχανισμών που εμπλέκονται στην αντίληψη του πόνου. Τα στοιχεία υποδηλώνουν ότι η IL-6 παίζει ρόλο τόσο στην περιφερική φλεγμονή όσο και στη νευρογλοιακή ενεργοποίηση, επηρεάζοντας την επεξεργασία του πόνου στο ΚΝΣ. Αυτή η διπλή δράση ενδέχεται να εξηγεί γιατί η αναστολή της IL-6 προσφέρει σημαντική ανακούφιση πόνου, ακόμα και σε ασθενείς με χαμηλή φλεγμονώδη δραστηριότητα.
Αντίθετα, οι TNF-αναστολείς, αν και αποτελεσματικοί στη μείωση της φλεγμονής και στη βελτίωση της λειτουργικότητας, φαίνεται να έχουν μικρότερη επίδραση στη μείωση του πόνου, ιδίως σε καταστάσεις όπου επικρατούν μη φλεγμονώδεις μηχανισμοί. Η καθυστερημένη δράση τους σε σχέση με τους JAK αναστολείς και τους αναστολείς της IL-6 τονίζει τη σημασία της εξατομικευμένης επιλογής θεραπείας ανάλογα με το φαινότυπο του πόνου του ασθενούς.
Αναδεικνύεται στη μελέτη ότι ορισμένοι ασθενείς συνεχίζουν να εμφανίζουν επίμονο πόνο, ακόμη και όταν η νόσος βρίσκεται σε κλινική ύφεση. Αυτό το φαινόμενο, γνωστό ως discordance between pain and inflammation, εγείρει σημαντικά ερωτήματα για την προσέγγιση της θεραπείας: χρειάζεται να στοχεύει κανείς μόνο την φλεγμονή, ή και τους παράλληλους μηχανισμούς ευαισθητοποίησης και κεντρικής αντίληψης του πόνου; Ο συγγραφέας τονίζει ότι η αναλγητική δράση των DMARDs πρέπει να αξιολογείται ανεξάρτητα από τη φλεγμονώδη απόκριση, κάτι που σπάνια γίνεται σε τυπικές κλινικές μελέτες.
Επιπλέον, θίγεται η ανάγκη προτυποποίησης των μεθόδων μέτρησης του πόνου στις μελέτες. Πολλές από τις κλασικές δοκιμές DMARDs χρησιμοποιούν γενικές κλίμακες (όπως το VAS ή NRS), χωρίς να διαφοροποιούν τα χαρακτηριστικά του πόνου (π.χ. νευροπαθητικό έναντι μηχανικού). Αυτή η προσέγγιση ενδέχεται να υποτιμά την πραγματική αναλγητική επίδραση ορισμένων φαρμάκων. Προτείνεται λοιπόν η ενσωμάτωση εξειδικευμένων εργαλείων αξιολόγησης πόνου και λειτουργικότητας, ώστε να επιτυγχάνεται ακριβέστερη σύλληψη της εμπειρίας των ασθενών.
Σε πρακτικό επίπεδο, η ανασκόπηση υποστηρίζει τη χρήση DMARDs με ισχυρό αναλγητικό προφίλ ως πρώτης γραμμής θεραπευτική προσέγγιση για τον πόνο στη ΡΑ, ειδικά σε ασθενείς με μη ελεγχόμενο ή δυσανάλογα έντονο πόνο. Αντίθετα, η χρήση μη ειδικών αναλγητικών, όπως οπιοειδή και γκαμπαπεντινοειδή, πρέπει να αποφεύγεται ως μακροχρόνια στρατηγική, λόγω της χαμηλής αποτελεσματικότητας και του αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων ενεργειών. Το άρθρο υποστηρίζει ότι η συνταγογράφηση αναλγητικών πρέπει να καθοδηγείται από ενδείξεις και να ενσωματώνεται σε πολυπαραγοντικό θεραπευτικό πλαίσιο.
Σημαντική είναι επίσης η αναφορά στην ανάγκη περαιτέρω έρευνας για την αναλγητική επίδραση των DMARDs ως πρωτεύον τελικό σημείο σε κλινικές μελέτες. Η τρέχουσα πρακτική επικεντρώνεται κυρίως σε φλεγμονώδεις δείκτες και κλινικά score (όπως DAS28), ενώ ο πόνος αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον σύμπτωμα. Ο επαναπροσδιορισμός της μεθοδολογίας των δοκιμών, με επίκεντρο την ανακούφιση του πόνου, θεωρείται κρίσιμος για την αναθεώρηση της κλινικής πρακτικής.
Τέλος, τονίζεται η σημασία μιας πολυδιάστατης προσέγγισης στη διαχείριση του πόνου, που να συνδυάζει φαρμακολογικές παρεμβάσεις, φυσιοθεραπεία, ψυχολογική υποστήριξη και αυτοδιαχείριση. Η ενσωμάτωση της βιοψυχοκοινωνικής προσέγγισης είναι απαραίτητη για την ουσιαστική και μακροχρόνια ανακούφιση των ασθενών, καθώς μόνο έτσι μπορεί να αντιμετωπιστεί ο πόνος ως ολική εμπειρία, και όχι ως απλό σύμπτωμα φλεγμονής.


