Skip to content Skip to sidebar Skip to footer

Συσχέτιση μεταξύ πολυεστιακού και εντοπισμένου χρόνιου πόνου, χρήσης αναλγητικών και εμφάνισης χρόνιας νεφρικής νόσου σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη

Association between Multisite and Site-specific Chronic Pain, Analgesic Use, and Incident Chronic Kidney Disease in Diabetes

Sisi Yang, Yiwei Zhang, Yu Huang et al.

Anesthesiology 144(2):p 441-452, February 2026. | DOI: 10.1097/ALN.0000000000005829

Ο πολυεστιακός χρόνιος πόνος ως δείκτης συστηματικού κινδύνου

Ο χρόνιος πόνος είναι συχνότερος σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη ή χρόνια νεφρική νόσο (ΧΝΝ) σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό. Επιπλέον, στους ασθενείς με διαβήτη εμφανίζεται συχνά σε πολλαπλά ανατομικά σημεία. Έχουν διατυπωθεί διάφορες υποθέσεις για την εξήγηση του φαινομένου αυτού, όπως η μυϊκή δυσλειτουργία ή κακή χρήση, οι διαταραχές ύπνου και οι βιοχημικές ανωμαλίες. Ωστόσο, η σχέση του χρόνιου πόνου με την εμφάνιση χρόνιας νεφρικής νόσου δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί. Μια πρόσφατη μεγάλη προοπτική μελέτη από τη βάση δεδομένων UK Biobank διερεύνησε τη συσχέτιση αυτή, εστιάζοντας τόσο στον αριθμό των σημείων πόνου όσο και στη χρήση αναλγητικών. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ο χρόνιος πόνος σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ΧΝΝ, ενώ η επίδραση αυτή ενισχύεται σημαντικά όταν ο πόνος αφορά πολλαπλές ανατομικές περιοχές.

Δοσοεξαρτώμενη σχέση μεταξύ αριθμού σημείων πόνου και ΧΝΝ

Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της μελέτης είναι η σαφής δοσοεξαρτώμενη σχέση μεταξύ του αριθμού των σημείων χρόνιου πόνου και του κινδύνου ΧΝΝ. Συγκεκριμένα, κάθε επιπλέον σημείο πόνου σχετίζεται με περαιτέρω αύξηση του κινδύνου, ενώ οι ασθενείς με πολυεστιακό πόνο εμφανίζουν σημαντικά υψηλότερη πιθανότητα εμφάνισης νεφρικής νόσου. Οι περιοχές πόνου που σχετίστηκαν περισσότερο με ΧΝΝ ήταν η οσφύς, ο αυχένας/ώμος, το ισχίο, το γόνατο και η κοιλιακή χώρα, ενώ δεν παρατηρήθηκε αντίστοιχη συσχέτιση για την κεφαλαλγία ή τον προσωπικό πόνο. Τα ευρήματα αυτά υποδηλώνουν ότι ο πολυεστιακός πόνος πιθανόν αντανακλά μια ευρύτερη συστηματική διαταραχή, που περιλαμβάνει φλεγμονώδεις και μεταβολικούς μηχανισμούς.

Ρόλος των αναλγητικών: διαφοροποίηση μεταξύ κατηγοριών

Η μελέτη ανέδειξε σημαντικές διαφορές μεταξύ των κατηγοριών αναλγητικών ως προς τον κίνδυνο ΧΝΝ. Η χρήση οπιοειδών συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ΧΝΝ, εύρημα που ενισχύει την ανάγκη προσεκτικής χρήσης τους σε ασθενείς υψηλού κινδύνου, όπως οι διαβητικοί. Αντίθετα, η ιβουπροφαίνη δεν συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο, ενώ η χρήση παρακεταμόλης συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο ΧΝΝ μόνο σε συμμετέχοντες με δύο ή περισσότερα σημεία χρόνιου πόνου. Τα δεδομένα αυτά υπογραμμίζουν τη σημασία της εξατομίκευσης της αναλγητικής αγωγής με γνώμονα όχι μόνο την αποτελεσματικότητα αλλά και την ασφάλεια.

Πιθανοί παθοφυσιολογικοί μηχανισμοί

Η ανάλυση μεταβολικών και πρωτεομικών δεδομένων ανέδειξε συγκεκριμένα μοτίβα που συνδέουν τον χρόνιο πόνο με τη νεφρική δυσλειτουργία, υποδεικνύοντας κοινές βιολογικές διεργασίες που ενδέχεται να εξηγούν τη μεταξύ τους συσχέτιση. Μεταξύ των ευρημάτων περιλαμβάνονται δείκτες χρόνιας χαμηλού βαθμού φλεγμονής, διαταραχές στον μεταβολισμό των λιπαρών οξέων και ενεργοποίηση φλεγμονωδών και κυτταρικών σηματοδοτικών μονοπατιών. Πιο συγκεκριμένα, παρατηρήθηκαν αυξημένα επίπεδα δεικτών φλεγμονής, όπως η C-αντιδρώσα πρωτεΐνη (CRP) και το tumor necrosis factor (TNF), καθώς και μεταβολικοί δείκτες όπως τα glycoprotein acetyls, οι οποίοι αντανακλούν χρόνια φλεγμονώδη δραστηριότητα. Επιπλέον, αναδείχθηκε διαταραχή στο προφίλ των λιπαρών οξέων, με μειωμένη αναλογία ω-3 προς ολικά λιπαρά οξέα, εύρημα που υποδηλώνει αυξημένο προφλεγμονώδες μεταβολικό περιβάλλον. Παράλληλα, νευροενδοκρινικοί δείκτες, όπως η chromogranin-A, ήταν αυξημένοι, υποδηλώνοντας πιθανή ενεργοποίηση του νευροενδοκρινικού άξονα και αυξημένη συμπαθητική δραστηριότητα, η οποία μπορεί να συμβάλλει τόσο στη διατήρηση του χρόνιου πόνου όσο και σε αιμοδυναμικές μεταβολές που επιβαρύνουν τη νεφρική λειτουργία. Σε επίπεδο μοριακών δικτύων, η εμπλοκή του epidermal growth factor receptor (EGFR) και του tumor necrosis factor (TNF) ως κεντρικών κόμβων ενισχύει περαιτέρω τον ρόλο της φλεγμονής και του κυτταρικού stress στην παθοφυσιολογία. Ιδιαίτερα, η ανάλυση διαμεσολάβησης κατέδειξε 48 βιοδείκτες που εμπλέκονται σε αυτή τη συσχέτιση, με την WFDC2 να αναδεικνύεται ως ο σημαντικότερος διαμεσολαβητής, εξηγώντας περίπου το 30% της επίδρασης. Το εύρημα αυτό συνάδει με τους γνωστούς ρόλους της WFDC2 στη φλεγμονή και στην αναδιαμόρφωση ιστών, υποδηλώνοντας πιθανή αξία ως βιοδείκτη κινδύνου ή θεραπευτικό στόχο. Συνολικά, η συστηματική φλεγμονή, η αυξημένη συμπαθητική δραστηριότητα και οι μεταβολικές διαταραχές φαίνεται να αποτελούν κοινούς παθοφυσιολογικούς μηχανισμούς που συνδέουν τον χρόνιο πόνο με την εξέλιξη της χρόνιας νεφρικής νόσου (ΧΝΝ), προσδίδοντας βιολογική βάση στη μεταξύ τους συσχέτιση.

Συμπεράσματα

Ο χρόνιος πόνος, και ιδιαίτερα ο πολυεστιακός, δεν αποτελεί απλώς ένα σύμπτωμα, αλλά έναν σημαντικό προγνωστικό δείκτη για την εμφάνιση χρόνιας νεφρικής νόσου σε ασθενείς με διαβήτη. Παράλληλα, η προσεκτική επιλογή αναλγητικής αγωγής, με περιορισμό της χρήσης οπιοειδών όπου είναι δυνατόν, αποτελεί βασικό στοιχείο της συνολικής διαχείρισης. Η κατανόηση και η ενσωμάτωση αυτής της σχέσης στην καθημερινή κλινική πρακτική μπορεί να συμβάλει στην έγκαιρη αναγνώριση ασθενών υψηλού κινδύνου και στη βελτιστοποίηση της θεραπευτικής προσέγγισης.

Συσχετίσεις του εντοπισμένου χρόνιου πόνου με τον κίνδυνο χρόνιας νεφρικής νόσου (ΧΝΝ) και τα υποκείμενα multi-omics προφίλ. (Α) Κίνδυνος ΧΝΝ που σχετίζεται με εντοπισμένο χρόνιο πόνο (ομάδα αναφοράς: απουσία πόνου). (B) Σκορ μεταβολικού προφίλ για εντοπισμένο χρόνιο πόνο (ανά αύξηση 1 τυπικής απόκλισης [SD]) σε σχέση με τον κίνδυνο ΧΝΝ. (Γ) Σκορ πρωτεομικού προφίλ για εντοπισμένο χρόνιο πόνο (ανά αύξηση 1 SD) σε σχέση με τον κίνδυνο ΧΝΝ. (A–Γ) Προσαρμογή για ηλικία, φύλο, φυλή, κέντρα αξιολόγησης, δείκτη μάζας σώματος, δείκτη κοινωνικοοικονομικής αποστέρησης Townsend, κάπνισμα, κατανάλωση αλκοόλ, φυσική δραστηριότητα, αρτηριακή υπέρταση, υπερχοληστερολαιμία, ολική χοληστερόλη, C-αντιδρώσα πρωτεΐνη, δείκτη υγιούς ύπνου, δείκτη υγιεινής διατροφής, δείκτη ψυχικής υγείας, ιστορικό φαρμακευτικής αγωγής (ιβουπροφαίνη, παρακεταμόλη, οπιοειδή και ασπιρίνη), βασική νεφρική λειτουργία (eGFR και UACR) και γενετικό σκορ κινδύνου (GRS) για eGFR και UACR. (Δ) Συντελεστές που προέκυψαν από LASSO για μεταβολίτες και πρωτεΐνες που σχετίζονται με όλα τα πέντε σημεία χρόνιου πόνου. Διάγραμμα ράβδων που απεικονίζει τους συντελεστές παλινδρόμησης LASSO (β) για δύο μεταβολίτες (λόγος ω-3 λιπαρών οξέων προς συνολικά λιπαρά οξέα και γλυκοπρωτεϊνικά ακετύλια) και μία πρωτεΐνη (χρωμογρανίνη Α), οι οποίοι συσχετίστηκαν σταθερά με όλα τα πέντε σημεία χρόνιου πόνου (αυχένας/ώμος, πλάτη, κοιλία/κοιλιακή χώρα, ισχίο και γόνατο).Οι βιοδείκτες ταξινομούνται με βάση την απόλυτη τιμή των συντελεστών τους στα επιμέρους σημεία πόνου, αντανακλώντας τη σχετική ισχύ και τη σταθερότητα της συσχέτισης. Οι συντελεστές προέκυψαν από διαφορική ανάλυση και στη συνέχεια από μοντελοποίηση LASSO των μεταβολικών και πρωτεομικών προφίλ για κάθε εντοπισμένο χρόνιο πόνο. eGFR: εκτιμώμενος ρυθμός σπειραματικής διήθησης, GRS: γενετικό σκορ κινδύνου, LASSO: μέθοδος παλινδρόμησης ελάχιστης απόλυτης συρρίκνωσης και επιλογής μεταβλητών, mega-3_FA/total_FA: λόγος ω-3 λιπαρών οξέων προς συνολικά λιπαρά οξέα
UACR: λόγος λευκωματίνης προς κρεατινίνη ούρων