Ο χρόνιος πόνος στους ηλικιωμένους μελετάται ως ένα σύνθετο φαινόμενο, που δεν είναι μόνο
σωματικό, αλλά συνδέεται στενά με συναισθηματικούς, νευροβιολογικούς και κοινωνικούς
παράγοντες. Η παραδοσιακή αντιμετώπιση που διαχωρίζει σώμα, ψυχολογία και φαρμακευτική
αγωγή θεωρείται ανεπαρκής και μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα, όπως η εξάρτηση από
οπιοειδή, όταν αυτά χορηγούνται ως μέρος της βασικής θεραπείας.
Ο χρόνιος πόνος πλέον θεωρείται αποτέλεσμα αλλαγών στον εγκέφαλο (νευροπλαστικότητα) που
επηρεάζουν τόσο την αντίληψη του πόνου όσο και τα συναισθήματα. Στους ηλικιωμένους, αυτές οι
αλλαγές επιδεινώνονται από τη γήρανση, τις συννοσηρότητες και παράγοντες όπως η μοναξιά και η
μειωμένη λειτουργικότητα.
Ο χρόνιος πόνος, η κατάθλιψη και η εξάρτηση από οπιοειδή μοιράζονται κοινούς εγκεφαλικούς
μηχανισμούς, ιδιαίτερα σε συστήματα που σχετίζονται με την ανταμοιβή(reward processing), το
συναίσθημα και το στρες. Τα οπιοειδή μπορεί να προσφέρουν προσωρινή ανακούφιση, αλλά
μακροπρόθεσμα μπορεί να επιδεινώσουν την κατάσταση.
Προτείνεται μια ολοκληρωμένη προσέγγιση θεραπείας, που συνδυάζει:
φαρμακευτική αγωγή (με προσεκτική χρήση οπιοειδών),ψυχολογικές παρεμβάσεις,
κοινωνική υποστήριξη και συνεχή αξιολόγηση της διάθεσης, της γνωστικής λειτουργίας και της καθημερινής λειτουργικότητας.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην έννοια της “υπεύθυνης χρήσης οπιοειδών” (opioid stewardship), με
στόχο όχι μόνο τη μείωση του πόνου αλλά και τη διατήρηση της ψυχικής και γνωσιακής υγείας.
Καταλήγοντας, ο χρόνιος πόνος στην τρίτη ηλικία πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια διαταραχή της
συνολικής εγκεφαλικής και συναισθηματικής ισορροπίας, και όχι απλώς ως σύμπτωμα. Η θεραπεία
πρέπει να στοχεύει στην αποκατάσταση αυτής της ισορροπίας και στη βελτίωση της ποιότητας
ζωής.


