Hanna Grol-Prokopczyk, Rui Huang, Chang Yu, Yu-An Chen, Sirat Kaur, Merita Limani, Ting-Hui Lin, Anna Zajacova, Zachary Zimmer, Penney Cowan, Roger B. Fillingim, Jennifer S. Gewandter, Ian Gilron, Adam T. Hirsh, Gary J. Macfarlane, Salimah H. Meghani, Kushang V. Patel, Ellen L. Poleshuck, Eric C. Strain l, Frank J. Symons, Ursula Wesselmann, Robert H. Dworkin, Dennis C. Turk. Over 50 years of research on social disparities in pain and pain treatment: a scoping review of reviews. PAIN 166 (2025) 2458–2472
Η έρευνα σχετικά με τις κοινωνικές ανισότητες στον πόνο και στη θεραπεία του πόνου έχει αυξηθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες, όπως φαίνεται από τον αυξανόμενο αριθμό σχετικών άρθρων ανασκόπησης. Οι κοινωνικές διαφορές μελετώνται κυρίως μέσα από τη διάσταση του φύλου/γένους, ενώ ακολουθούν η φυλή/εθνικότητα, η ηλικία και η κοινωνικο-οικονομική κατάσταση του ατόμου. Οι πιο συχνά εξεταζόμενες παράμετροι του πόνου βάσει των οποίων μελετώνται οι ανισότητες αυτές αφορούν συγκεκριμένα χρόνια επώδυνα σύνδρομα, τη θεραπεία και την ανταπόκριση στη θεραπεία. Από τις χρόνιες καταστάσεις πόνου κυρίως αναλύονται η οστεοαρθρίτιδα, το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου και οι χρόνιες κεφαλαλγίες, ενώ ορισμένες χρόνιες καταστάσεις με σημαντική επίπτωση στην ποιότητα ζωής εξετάζονται λιγότερο συχνά. Η πλειονότητα των ανασκοπήσεων δείχνει ότι οι μειονότητες εμφανίζουν χειρότερα αποτελέσματα όσον αφορά τον πόνο ή τη θεραπεία. Αυτό το μοτίβο είναι ιδιαίτερα σταθερό στα άρθρα που αφορούν το φύλο, τα οποία σχεδόν πάντα διαπιστώνουν ότι οι γυναίκες παρουσιάζουν μεγαλύτερο επιπολασμό, ένταση και ευαισθησία στον πόνο σε σύγκριση με τους άνδρες. Αν και λιγότερες σε αριθμό, οι ανασκοπήσεις για τα άτομα με χαμηλότερο κοινωνικο-οικονομικό προφίλ παρουσιάζουν αντίστοιχα αποτελέσματα. Ωστόσο, στις ανασκοπήσεις που μελετούν τον πόνο με άξονα την ηλικία δεν υπάρχει ξεκάθαρη τάση ότι οι ηλικιωμένοι έχουν χειρότερη έκβαση. Όσον αφορά τους υποτιθέμενους μηχανισμούς που προτείνονται για τις ανισότητες τα περισσότερα άρθρα αναφέρουν βιολογικούς, ψυχοκοινωνικούς και πολιτισμικούς παράγοντες ενώ σε πολύ λιγότερες περιπτώσεις εξετάζονται σε βάθος οι κοινωνικο-δομικοί («macro-structural») μηχανισμοί όπως παράγοντες του συστήματος υγείας και περιβαλλοντικοί παράγοντες. Σχετικά με τις συστάσεις πολιτικής ή πρακτικής εφαρμογής για τη μείωση των κοινωνικών αυτών ανισοτήτων ένα μεγάλο ποσοστό άρθρων δεν κάνει καμία σύσταση, ενώ στα υπόλοιπα άρθρα οι συστάσεις είναι συνήθως ασαφείς. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην αντιμετώπιση των ψυχοκοινωνικοπολιτισμικών παραγόντων και στις συστάσεις σε ατομικό επίπεδο (παρόχους υγειονομικής περίθαλψης, ασθενείς και ερευνητές), ενώ λιγότερο συχνά αναφέρονται προτάσεις αλλαγής πολιτικών ή συστημικών πρακτικών. Οι μελλοντικοί στόχοι αφορούν την επέκταση της έρευνας για τον πόνο σε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, την εφαρμογή προληπτικών στρατηγικών για τον πόνο και την κατανόηση των κοινωνικών και συστημικών μηχανισμών που προκαλούν τις ανισότητες. Τέλος, το άρθρο προτείνει ότι το «βιοψυχοκοινωνικό» μοντέλο πρέπει να διευρυνθεί σε «βιο-ψυχοκοινωνικό/δομικό».


