Hodges PW, Arendt-Nielsen L, Bannister K, Clauw D, Nijs J, van den Broeke E, et al. Central sensitization: when is this the right terminology?
Pain. 2026;167(9):1986–91. doi:10.1097/j.pain.0000000000004017
Δημοσίευση: Pain, τεύχος Σεπτεμβρίου 2026. Ηλεκτρονική δημοσίευση 17 Ιουνίου 2026. Θεματική ανασκόπηση (topical review), ανοικτής πρόσβασης
Η κεντρική ευαισθητοποίηση άλλαξε ουσιαστικά την κατανόηση του πόνου, αναδεικνύοντας ότι η ένταση και η κατανομή του δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από την περιφερική ιστική βλάβη, αλλά και από μεταβολές στην επεξεργασία των ερεθισμάτων στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Ωστόσο, η ευρεία διάδοση του όρου συνοδεύτηκε από διαφορετικές, συχνά ασύμβατες ερμηνείες. Στη θεματική ανασκόπησή τους στο περιοδικό PAIN, οι Hodges και συνεργάτες εξετάζουν πότε η χρήση του είναι επιστημονικά δικαιολογημένη και πώς μπορεί να διατηρηθεί η κλινική του χρησιμότητα χωρίς να υπονομεύεται η μηχανιστική ακρίβεια.
Σύμφωνα με τη Διεθνή Εταιρεία Μελέτης του Πόνου (IASP), η κεντρική ευαισθητοποίηση ορίζεται ως αυξημένη απόκριση των αλγαισθητικών νευρώνων του κεντρικού νευρικού συστήματος σε φυσιολογικά ή υποκατώφλια (subthreshold) προσαγωγά ερεθίσματα. Η έννοια προέκυψε από τις πειραματικές παρατηρήσεις του Clifford Woolf (1983) ότι η επαναλαμβανόμενη εκφόρτιση των αλγαισθητικών ινών C αυξάνει τη διεγερσιμότητα του νωτιαίου μυελού, μειώνοντας τον ουδό απόκρισης και ενισχύοντας τις αποκρίσεις σε επώδυνα ερεθίσματα, με επέκταση και σε γειτονικούς, μη τραυματισμένους ιστούς.
Η αυστηρή εφαρμογή αυτού του ορισμού προϋποθέτει γνώση τόσο της εισόδου όσο και της εξόδου του υπό μελέτη νευρωνικού συστήματος. Στον άνθρωπο, όμως, η κλινική αξιολόγηση βασίζεται κυρίως σε έμμεσους δείκτες: υπεραλγησία, αλλοδυνία, χρονική άθροιση του πόνου (temporal summation) και δοκιμασίες εξαρτημένης τροποποίησης του πόνου (conditioned pain modulation). Τα ευρήματα αυτά μπορεί να υποστηρίζουν την ύπαρξη κεντρικής ενίσχυσης της επεξεργασίας του αλγαισθητικού ερεθίσματος, αλλά δεν αποδεικνύουν έναν αποκλειστικό μηχανισμό. Συνεπώς, όπως είχε ήδη επισημάνει ο Woolf το 2011, η αυξημένη ευαισθησία στον πόνο δεν αρκεί, από μόνη της, για τεκμηρίωση κεντρικής ευαισθητοποίησης.
Οι συγγραφείς παρουσιάζουν τα επιχειρήματα δύο προσεγγίσεων, που αντανακλούν διαφορετικές προτεραιότητες της βασικής έρευνας, της κλινικής έρευνας και της φροντίδας των ασθενών. Η πρώτη υποστηρίζει τη διατήρηση του αυστηρού νευροφυσιολογικού ορισμού. Το βασικό επιχείρημα είναι ότι η συγκέντρωση διαφορετικών μηχανισμών κάτω από μία ονομασία περιορίζει τη σαφήνεια και πιθανά δυσχεραίνει τη στοχευμένη θεραπεία. Επιπλέον, ενέχει τον κίνδυνο κυκλικής συλλογιστικής: ο πόνος θεωρείται ενισχυμένος λόγω κεντρικής ευαισθητοποίησης και, ταυτόχρονα, η ενίσχυσή του χρησιμοποιείται ως απόδειξη ότι αυτή υπάρχει. Αντίθετα, η δεύτερη προσέγγιση προτείνει μια ευρύτερη κλινική χρήση, ως έννοια που περιγράφει αυξημένη κεντρική ενίσχυση των σημάτων πόνου (central nociceptive gain). Σε αυτήν περιλαμβάνονται η αυξημένη διευκόλυνση και η μειωμένη αναστολή μέσω του κατιόντος συστήματος τροποποίησης του πόνου, καθώς και η ενίσχυση των σημάτων σε νωτιαίο και υπερνωτιαίο επίπεδο. Η προσέγγιση αυτή θεωρείται ότι διευκολύνει τη σύνδεση προκλινικής έρευνας και κλινικής πράξης, συμβάλλοντας στην κατανόηση σύνθετων συμπτωμάτων και στην εξατομικευμένη, πολυπαραγοντική αντιμετώπιση βάσει του βιοψυχοκοινωνικού μοντέλου. Το τίμημα, ωστόσο, είναι η μικρότερη μηχανιστική ειδικότητα.
Οι συγγραφείς υπενθυμίζουν ότι η κεντρική ευαισθητοποίηση και ο αλγοπλαστικός πόνος δεν πρέπει να συγχέονται. Ο αλγοπλαστικός πόνος, όπως ορίζεται από την IASP, είναι ο πόνος που προκύπτει από μεταβολή της επεξεργασίας των αλγαισθητικών ερεθισμάτων και αποτελεί κλινικό περιγραφικό όρο, χωρίς να είναι συνώνυμος της κεντρικής ευαισθητοποίησης. Η κεντρική ευαισθητοποίηση προτείνεται ως πιθανός μηχανισμός του αλγοπλαστικού πόνου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχει αποδειχθεί σε κάθε ασθενή που εντάσσεται σε αυτήν την κατηγορία.
Αντίστοιχα, το ερωτηματολόγιο Central Sensitization Inventory δεν αποτελεί άμεση μέτρηση κεντρικής ευαισθητοποίησης. Το ερωτηματολόγιο συγκεντρώνει ποικίλα συμπτώματα και κλινικές παρατηρήσεις, συσχετίζεται με παραμέτρους ψυχικής υγείας, όπως το άγχος και η κατάθλιψη, και παρουσιάζει ασθενή συσχέτιση με πειραματικές μετρήσεις της ευαισθησίας των κυκλωμάτων του πόνου, όπως η χρονική άθροιση. Επομένως, η συνολική βαθμολογία του δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως αυτοτελής απόδειξη συγκεκριμένης νευροφυσιολογικής διαταραχής ή ως επαρκής βάση διάγνωσης αλγοπλαστικού πόνου.
Τέλος, οι συγγραφείς αναδεικνύουν την ανάγκη για ακρίβεια στη χρήση του όρου «κεντρική ευαισθητοποίηση», χωρίς να προτείνουν έναν νέο, ενιαίο ορισμό. Εξετάζουν πέντε πιθανές κατευθύνσεις, καθεμία με πλεονεκτήματα και περιορισμούς: α)την αυστηρή χρήση του όρου μόνο ως φυσιολογικού μηχανισμού, β) την ευρύτερη κλινική χρήση, με ρητά λειτουργικά κριτήρια, γ) τη διατήρηση του αυστηρού ορισμού με παράλληλη χρήση διακριτής ορολογίας για τα κλινικά ευρήματα που υποδηλώνουν κεντρική ενίσχυση της επεξεργασίας των αλγεινών ερεθισμάτων, δ) τη διαβάθμιση των σχετικών ισχυρισμών ανάλογα με την ισχύ των τεκμηρίων και ε) την περιγραφή των επιμέρους μηχανισμών που ενδέχεται να συμμετέχουν σε κάθε πάθηση. Η διαμόρφωση κοινά αποδεκτής προσέγγισης απαιτεί οργανωμένη διαδικασία συναίνεσης, όπως μια διαδικασία Delphi, ενδεχομένως υπό την αιγίδα ομάδας εργασίας της IASP, με διεπιστημονική εκπροσώπηση και συμμετοχή ασθενών, καθώς και αξιολόγηση του κατά πόσο οι προτεινόμενοι τρόποι χρήσης του όρου είναι επιστημονικά έγκυροι, εφαρμόσιμοι, κλινικά χρήσιμοι και αποδεκτοί από τους ασθενείς. Μέχρι τότε, βασική προϋπόθεση παραμένει η σαφής διάκριση μεταξύ άμεσα μετρούμενων ευρημάτων και πιθανών μηχανιστικών ερμηνειών: οι κλινικές ενδείξεις κεντρικής συμμετοχής δεν ισοδυναμούν με άμεση απόδειξη κεντρικής ευαισθητοποίησης.
Κύριο κλινικό μήνυμα: Η κεντρική ευαισθητοποίηση δεν αποτελεί αυτοτελή διάγνωση. Στην κλινική πράξη, η συμμετοχή της εκτιμάται πιθανολογικά και δεν τεκμηριώνεται μόνο από συμπτώματα υπερευαισθησίας ή από ένα ερωτηματολόγιο. Η ορολογία πρέπει να αντανακλά την ισχύ των διαθέσιμων δεδομένων, να μην υποκαθιστά τη διερεύνηση άλλων μηχανισμών και να υπηρετεί την εξατομικευμένη φροντίδα.


