Luigi Vetrugno, Damiano D’Ardes, Cristian Deana
PMID: 39592284 / DOI: 10.1016/j.jclinane.2024.111693
Επιμέλεια κειμένου: Ζευγαρίδου Γιολάντα, M.D., Ειδικευόμενη Αναισθησιολογίας, Γ.Ν.Θ. “Παπαγεωργίου”
Οι αγωνιστές υποδοχέων GLP-1 (GLP1 RA) αποτελούν μία κατηγορία διεθνώς χρησιμοποιούμενων αντιδιαβητικών φαρμάκων λόγω της αποτελεσματικότητάς τους τόσο στη διαχείριση του σακχαρώδους διαβήτη όσο και στην απώλεια βάρους. Ωστόσο, ο μηχανισμός δράσης τους που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την καθυστερημένη γαστρική κένωση, δημιουργεί προβληματισμούς στην περιεγχειρητική περίοδο. Παρατεταμένη διατήρηση του γαστρικού περιεχομένου επιφέρει τον κίνδυνο παλινδρόμησης και εισρόφησης κατά τη διάρκεια της γενικής αναισθησίας.
Η προοπτική μελέτη παρατήρησης των Vetrugno και συν. συμπεριέλαβε 220 ασθενείς, οι οποίοι παρακολουθήθηκαν για τη διερεύνηση των επιπτώσεων της χρήσης των GLP-1 RA στο υπολειπόμενο γαστρικό περιεχόμενο. Από τους ασθενείς της μελέτης, οι 107 ελάμβαναν αγωγή με σεμαγλουτίδη, ενώ οι 113 δε λάμβαναν αγωγή με σεμαγλουτίδη. Έγινε χρήση υπερηχογραφίας για την αξιολόγηση του γαστρικού περιεχομένου με βάση το πρωτόκολλο ελέγχου προεγχειρητικής νηστείας.
Οι ασθενείς που λάμβαναν σεμαγλουτίδη, παρουσίαζαν αυξημένο υπολειπόμενο γαστρικό περιεχόμενο, σε σχέση με αυτούς που δε λάμβαναν την ίδια αγωγή. Συγκεκριμένα το 40% των ασθενών υπό σεμαγλουτίδη εμφάνισε αυξημένο υπολειπόμενο περιεχόμενο σε σχέση με μόλις το 3% των ασθενών στην ομάδα ελέγχου. Σε αντίστοιχη μελέτη των Leonardo Barbosa Santos και συν., μόνο οι ασθενείς που είχαν διακόψει τη λήψη σεμαγλουτίδης για περισσότερο από 14 ημέρες προεγχειρητικά, εμφάνισαν παρόμοια επίπεδα γαστρικού περιεχομένου σε σχέση με αυτούς που δε λάμβαναν το φάρμακο.
Στη σύγχρονη βιβλιογραφία, παρατηρείται μια ασυμφωνία στις προτάσεις των διάφορων αναισθησιολογικών εταιρειών ως προς το χρονικό διάστημα διακοπής των GLP1 RAs. Τα δεδομένα που μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι αναισθησιολόγοι για την κλινική τους πρακτική στηρίζονται σε αποτελέσματα ολιγάριθμων μελετών και όχι σε σαφείς κατευθυντήριες οδηγίες. Τα ευρήματα των παραπάνω ερευνών υπογραμμίζουν την ανάγκη για μία επαναξιολόγηση των οδηγιών σχετικά με τη λήψη GLP1 RA προεγχειρητικά, καθώς και για εξατομικευμένη αναισθησιολογική προσέγγιση του κάθε ασθενή.
Η νωρίτερη παύση των αντιδιαβητικών αυτών φαρμάκων μειώνει την πιθανότητα γαστρικής παλινδρόμησης και εισρόφησης κατά τη γενική αναισθησία, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει τον κίνδυνο υπεργλυκαιμικών επεισοδίων, αν δεν γίνει γεφύρωση με ινσουλίνη βραχείας δράσης. Τέλος, στις περιπτώσεις επείγουσων χειρουργικών επεμβάσεων σε ασθενείς που λαμβάνουν GLP1 RA θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ταχεία εισαγωγή στη γενική αναισθησία, με σκοπό να μειωθεί ο κίνδυνος εισρόφησης, λόγω αυξημένου γαστρικού περιεχομένου.


