Electromagnetic neuromodulation for chronic pain: historical context, contemporary modalities, and evidence gaps
Dipietro L, Ramos-Estebanez C, Gonzalez-Mego P, Gianlorenco AC, Wongtanawat A, Robinson C, Hayek SM, Fregni F, Wagner T.
Front Pain Res. 2026;7:1901466. doi: 10.3389/fpain.2026.1901466.
Επιμέλεια κειμένου: Μερμίρη Μαρία, Αναισθησιολόγος, Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας
Η αντιμετώπιση του χρόνιου πόνου παραμένει σημαντική κλινική πρόκληση, καθώς η φαρμακευτική θεραπεία συχνά χαρακτηρίζεται από ατελή αποτελεσματικότητα, ανεπιθύμητες ενέργειες και, για ορισμένα φάρμακα, κίνδυνο κατάχρησης ή εξάρτησης. Στο πλαίσιο αυτό, οι τεχνικές ηλεκτρομαγνητικής νευροτροποποίησης αποτελούν μια ταχέως εξελισσόμενη συμπληρωματική ή εναλλακτική θεραπευτική προσέγγιση.
Η νευροτροποποίηση μπορεί να παρέμβει σε διαφορετικά επίπεδα του συστήματος επεξεργασίας του πόνου — από τα περιφερικά νεύρα και τον νωτιαίο μυελό έως τον φλοιό και βαθύτερες δομές του εγκεφάλου. Η περίπλοκη παθοφυσιολογία του χρόνιου πόνου κι ιδιαίτερα του χρόνιου νευροπαθητικού πόνου, έχει επιτρέψει την ανάπτυξη τόσο επεμβατικών τεχνικών, όπως η διέγερση του νωτιαίου μυελού (SCS), των γαγγλίων των οπισθίων ριζών (DRG), του κινητικού φλοιού και η εν τω βάθει εγκεφαλική διέγερση, όσο και μη επεμβατικών τεχνικών, όπως η διακρανιακή μαγνητική διέγερση (rTMS), η διακρανιακή διέγερση με συνεχές ρεύμα (tDCS), η διαδερμική ηλεκτρική νευρική διέγερση (TENS) και η διέγερση του πνευμονογαστρικού νεύρου.
Τα δεδομένα αποτελεσματικότητας, ωστόσο, διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των τεχνικών και των παθήσεων. Η διέγερση του νωτιαίου μυελού (SCS) αποτελεί μία από τις πλέον καθιερωμένες επεμβατικές τεχνικές και εφαρμόζεται με την τοποθέτηση ηλεκτροδίων στον επισκληρίδιο χώρο, συνήθως έπειτα από μία αρχική δοκιμαστική περίοδο διέγερσης. Πέρα από τη συμβατική τονική διέγερση, έχουν αναπτυχθεί νεότερες μορφές, όπως η υψηλής συχνότητας διέγερση (10 kHz) και η burst SCS. Η μέθοδος έχει χρησιμοποιηθεί κυρίως σε ασθενείς με χρόνιο ανθεκτικό νευροπαθητικό ή ριζιτικό πόνο, σύνδρομο εμμένοντος πόνου μετά από χειρουργική επέμβαση στη σπονδυλική στήλη, σύνδρομο σύνθετου περιοχικού πόνου (CRPS) και επώδυνη διαβητική νευροπάθεια. Παρότι μετα-αναλύσεις δείχνουν σημαντική μείωση του πόνου έναντι της συμβατικής θεραπείας σε επιλεγμένους ασθενείς, τα αποτελέσματα δεν είναι ομοιογενή και εξαρτώνται σημαντικά από την ένδειξη και τον σχεδιασμό των μελετών. Αντίστοιχα, η διέγερση των γαγγλίων των οπισθίων ριζών (DRG) αποτελεί περισσότερο στοχευμένη επεμβατική τεχνική, καθώς τα ηλεκτρόδια τοποθετούνται κοντά στο αντίστοιχο γάγγλιο, επιτρέποντας εκλεκτικότερη τροποποίηση της αισθητικής πληροφορίας σε συγκεκριμένα δερμοτόμια. Για αυτό το λόγο, η χρήση της στοχεύει κυρίως σε εντοπισμένα νευροπαθητικά σύνδρομα, όπως το CRPS και η καυσαλγία.
Από τις μη επεμβατικές τεχνικές, ιδιαίτερο ερευνητικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η επαναλαμβανόμενη διακρανιακή μαγνητική διέγερση (rTMS). Μέσω ενός ηλεκτρομαγνητικού πηνίου προκαλεί μεταβολές στη διεγερσιμότητα του εγκεφαλικού φλοιού και των ευρύτερων νευρωνικών δικτύων που συμμετέχουν στην επεξεργασία του πόνου. Ο πρωτοταγής κινητικός φλοιός (M1) αποτελεί τον συχνότερα μελετημένο θεραπευτικό στόχο, με τα πιο ενθαρρυντικά αποτελέσματα να καταγράφονται στον νευροπαθητικό πόνο, ιδιαίτερα με υψηλής συχνότητας διέγερση (≥5 Hz). Αναλγητικό όφελος και βελτίωση της ποιότητας ζωής έχουν επίσης αναφερθεί στην ινομυαλγία. Ωστόσο, το συνολικό θεραπευτικό αποτέλεσμα στον χρόνιο πόνο παραμένει σχετικά μικρό και κυρίως βραχυπρόθεσμο, ενώ η ετερογένεια των πρωτοκόλλων δεν επιτρέπει ακόμη τον καθορισμό ενός βέλτιστου σχήματος θεραπείας.
Σύμφωνα με αυτά τα δεδομένα, είναι εμφανής η ανάγκη για μεγάλες πολυκεντρικές μελέτες, τυποποίηση των παραμέτρων διέγερσης, μεγαλύτερη διάρκεια παρακολούθησης και κοινά κλινικά καταληκτικά σημεία, που δεν θα περιορίζονται μόνο στην ένταση του πόνου αλλά θα περιλαμβάνουν λειτουργικότητα, ποιότητα ζωής, χρήση αναλγητικών και ασφάλεια. Παράλληλα, η καλύτερη φαινοτυπική ταξινόμηση των ασθενών και η χρήση βιοδεικτών ενδέχεται να επιτρέψουν στο μέλλον την επιλογή της κατάλληλης μορφής νευροτροποποίησης για τον κατάλληλο ασθενή.


