Non-pharmacological interventions for managing fatigue across the lifespan of people living with chronic musculoskeletal conditions: a scoping review
Fishpool K, Young G, Ciurtin C, et al.
BMJ Open. 2026;16:e108929. https://doi.org/10.1136/bmjopen-2025-108929
Επιμέλεια κειμένου: Παπαδούλης Βασίλειος, Ειδικευόμενος Αναισθησιολογίας, Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας
Η κόπωση αποτελεί σύμπτωμα προτεραιότητας για τα εκατομμύρια ατόμων που ζουν με χρόνιες μυοσκελετικές παθήσεις —όπως η ινομυαλγία, η ρευματοειδής αρθρίτιδα, ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος και η χρόνια οσφυαλγία— επηρεάζοντας σημαντικά την ποιότητα ζωής τους και αποτελώντας σύμφωνα με τους ίδιους τους ασθενείς έναν από τους δυσκολότερους στη διαχείριση τομείς της νόσου τους. Οι μυοσκελετικές παθήσεις αφορούν πάνω από 1,7 δισεκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως και εμφανίζονται σε όλο το φάσμα ηλικιών, από την παιδική έως την τρίτη ηλικία. Καθώς δεν υπάρχει εγκεκριμένη φαρμακολογική θεραπεία για την κόπωση απουσία ενεργού νόσου, η κλινική πρακτική στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε μη φαρμακολογικές παρεμβάσεις. Ωστόσο, δεν υπάρχει ολοκληρωμένη κατανόηση του ποιοι παράγοντες καθορίζουν την επιτυχία μιας τέτοιας παρέμβασης, με αποτέλεσμα οι υπάρχουσες κατευθυντήριες οδηγίες να αναγνωρίζουν την κόπωση ως σημαντικό σύμπτωμα χωρίς να δίνουν συγκεκριμένες συστάσεις για τον τρόπο αντιμετώπισής της
Σκοπός της παρούσας βιβλιογραφικής ανασκόπησης ήταν η συστηματική χαρτογράφηση της υπάρχουσας τεκμηρίωσης για μη φαρμακολογικές παρεμβάσεις στη μυοσκελετική κόπωση, σε όλο το φάσμα ηλικιών, ώστε να ενημερωθεί η εξατομικευμένη κλινική υποστήριξη και να αναδειχθούν τα κενά στη βάση τεκμηρίωσης. Επιμέρους στόχοι ήταν η διερεύνηση του τύπου των υπαρχουσών παρεμβάσεων, των χαρακτηριστικών των συμμετεχόντων —και ποιοι πληθυσμοί απουσιάζουν από την έρευνα—, των θεωρητικών βάσεων στις οποίες στηρίζονται οι παρεμβάσεις, του σχεδιασμού και των εργαλείων μέτρησης έκβασης, καθώς και του τόπου παροχής και της εκπαίδευσης/δεξιοτήτων όσων τις παρείχαν.
Πραγματοποιήθηκε συστηματική αναζήτηση σε επτά βάσεις δεδομένων (AMED, MEDLINE, PsycINFO, CINAHLPlus, EMBASE, SCOPUS, Cochrane) για μελέτες που δημοσιεύτηκαν από το 2007 έως το 2026. Από 9.527 αρχικές εγγραφές, 337 μελέτες πληρούσαν τελικά τα κριτήρια ένταξης.
Η φυσική δραστηριότητα ήταν ο συχνότερα μελετημένος τύπος παρέμβασης, τόσο αυτόνομα όσο και ως συστατικό πολυπαραγοντικών προγραμμάτων, ενώ η διατροφή ήταν η λιγότερο μελετημένη, παρά το έντονο ενδιαφέρον των ασθενών σε όλες τις ηλικιακές ομάδες. Οι περισσότερες μελέτες (245 από τις 337) αφορούσαν μονοπαραγοντικές παρεμβάσεις, με μόλις 92 να εξετάζουν πολυπαραγοντικές προσεγγίσεις, συνηθέστερα συνδυάζοντας φυσική δραστηριότητα, εκπαίδευση και ψυχολογική υποστήριξη. Μόλις το 24% των μελετών (80/337) περιέγραφε σαφή θεωρητικό μηχανισμό δράσης —βιοχημικό, φυσικό ή ψυχολογικό— περιορίζοντας σημαντικά τη δυνατότητα εξατομίκευσης των παρεμβάσεων ανά ασθενή. Το δείγμα ήταν έντονα ασύμμετρο ως προς το φύλο (περίπου 82% γυναίκες, καμία μελέτη αποκλειστικά με άνδρες) και ανομοιογενές ανά πάθηση, ενώ δεδομένα εθνικότητας συλλέχθηκαν σε μόλις 50 από τις 337 μελέτες, με τους περισσότερους συμμετέχοντες να είναι λευκοί Ευρωπαίοι. Τα συχνότερα κριτήρια αποκλεισμού —σωματικές συννοσηρότητες, ασταθείς παθήσεις υγείας, ψυχιατρικό ιστορικό, εγκυμοσύνη/θηλασμός, γνωστική δυσλειτουργία— αφορούσαν ακριβώς τους πληθυσμούς που πιθανότατα θα ωφελούνταν περισσότερο από μη φαρμακολογικές παρεμβάσεις. Οι παρεμβάσεις παρέχονταν κυρίως από επαγγελματίες υγείας, συχνότερα φυσιοθεραπευτές, σε νοσοκομειακά εξωτερικά ιατρεία ή στο σπίτι του ασθενούς, με σημαντικό ποσοστό (55 μελέτες) εξ αποστάσεως παροχής μέσω τηλεφώνου, διαδικτύου ή μηνυμάτων κειμένου.
Η φυσική δραστηριότητα παραμένει η πλέον τεκμηριωμένη επιλογή για τη διαχείριση της μυοσκελετικής κόπωσης, αν και η υιοθέτησή της από τους ασθενείς παραμένει χαμηλότερη σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό. Η διαχείριση ρυθμού των δραστηριοτήτων (activity pacing) αναδείχθηκε ιδιαίτερα χρήσιμο από τους ίδιους τους ασθενείς, αλλά παραμένει ερευνητικά υποεκπροσωπούμενο. Η απουσία σαφούς θεωρητικού πλαισίου στις περισσότερες μελέτες, καθώς και ο συστηματικός αποκλεισμός ευάλωτων πληθυσμών —άνδρες, παιδιά, ηλικιωμένοι, μη λευκοί πληθυσμοί, άτομα με συννοσηρότητες— περιορίζουν σημαντικά τη δυνατότητα εξατομίκευσης και γενίκευσης των ευρημάτων στην κλινική πράξη. Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι απαιτείται περισσότερη έρευνα για πολυπαραγοντικές, ασθενοκεντρικές προσεγγίσεις διαχείρισης της κόπωσης, με σαφέστερο θεωρητικό υπόβαθρο και πιο συμπεριληπτικά κριτήρια ένταξης.


