Skip to content Skip to sidebar Skip to footer

Εφαρμογή και ασφάλεια εγχύσεων κορτικοστεροειδών σε αρθρώσεις και μαλακά μόρια: Κατευθυντήριες οδηγίες από την Αμερικάνικη Ένωση Περιοχικής Αναισθησίας και Ιατρικής Πόνου, την Αμερικάνικη Ακαδημία Ιατρικής Πόνου, την Αμερικάνικη Ένωση Επεμβατικών Ιατρών, και την Διεθνή Ένωση Επεμβατικής Ιατρικής Πόνου και Σπονδυλικής Στήλης

Use and safety of corticosteroid injections in joints and musculoskeletal soft tissue: guidelines from the American Society of Regional Anesthesia and Pain Medicine, the American Academy of Pain Medicine, the American Society of Interventional Pain Physicians, and the International Pain and Spine Intervention Society

Benzon HT, Provenzano DA, Nagpal A, Souza D, Eckmann MS, Nelson AM, Mina M, Abd-Elsayed A, Elmofty D, Chadwick AL, Doshi TL, Pino CA, Rana M, Shah S, Shankar H, Stout A, Smith E, Abdi S, Cohen SP, Hirsch JA, Schneider BJ, Manchikanti L, Maus TP, Narouze S, Shanthanna H, Wasan AD, Hoang TD, Rivera J, Hunt C, FitzGerald JD.

Reg Anesth Pain Med. 2026;51(7):746-773. doi: 10.1136/rapm-2024-105656.

Επιμέλεια κειμένου: Μυλωνάς Στέλιος, Ειδικευόμενος Αναισθησιολόγος, Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας

Οι εγχύσεις κορτικοστεροειδών χρησιμοποιούνται ευρέως για την αντιμετώπιση του χρόνιου μυοσκελετικού πόνου, ιδιαίτερα σε οστεοαρθρίτιδες, τενοντίτιδες και θυλακίτιδες. Συνήθως εφαρμόζονται όταν η φαρμακευτική θεραπεία δεν παρέχει επαρκή ανακούφιση. Στόχος είναι η μείωση του πόνου και της φλεγμονής, η βελτίωση της λειτουργικότητας και αποκατάσταση των ασθενών, καθώς και η παροχή προσωρινής ανακούφισης μέχρι την οριστική θεραπεία, π.χ. χειρουργική επέμβαση.

Οι παρούσες κατευθυντήριες οδηγίες συντάχθηκαν από την ομάδα εργασίας Ασφαλούς Χρήσης Κορτικοστεροειδών μετά από αναζήτηση στις βάσεις δεδομένων PubMed, EMBASE και Cochrane.

Απόλυτες αντενδείξεις για τις εγχύσεις κορτικοστεροειδών αποτελούν η λοίμωξη του δέρματος, πιθανή σηπτική αρθρίτιδα, έγχυση σε περιοχή κατάγματος, πιθανή βακτηριαιμία και αλλεργική αντίδραση σε προηγούμενη έγχυση, ενώ σχετικές αντενδείξεις αποτελούν η ελλιπής αποτελεσματικότητα προηγούμενης έγχυσης, σοβαρή ανοσοκαταστολή, διαταραχή πήξης, ενδοαρθρική πρόθεση και οαρρύθμιστος σακχαρώδης διαβήτης.

Τα συχνότερα χρησιμοποιούμενα κορτικοστεροειδή είναι η οξική μεθυλπρεδνιζολόνη, η εξακετονική τριαμσινολόνη και το ακετονίδιο τριαμσινολόνης. Τα διαθέσιμα δεδομένα δεν δείχνουν σαφή υπεροχή ενός σκευάσματος έναντι του άλλου, η αποτελεσματικότητα τους είναι γενικά παρόμοια, ενώ μπορεί να διαφέρει η διάρκεια δράσης τους. Τα παρατεταμένης αποδέσμευσης σκευάσματα υπερτερούν στην σταθεροποίηση των επιπέδων του σακχάρου σε διαβητικούς. Οι εγχύσεις προσφέρουν βραχείας διάρκειας ανακούφιση από τον πόνο και βελτίωση της λειτουργικότητας, ιδίως σε ασθενείς με συμπτωματική φλεγμονώδη ή εκφυλιστική αρθρίτιδα.

Η υπερηχογραφική καθοδήγηση γενικά αυξάνει την ακρίβεια τοποθέτησης της βελόνας έγχυσης σε σχέση με την τεχνική εύρεσης ανατομικών σημείων, μειώνοντας τον πόνο της έγχυσης, προσφέροντας μεγαλύτερη ανακούφιση, καλύτερα αποτελέσματα και λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως βλάβη στο περιόστεο ή την πιθανότητα ενδαγγειακής έγχυσης και προτιμάται ιδιαίτερα σε ασθενείς με νοσογόνο παχυσαρκία. Επιπλέον, δεν υπάρχουν σημαντικές διαφορές στην ακρίβεια εγχύσεων κορτικοστεροειδών σε περιφερικές αρθρώσεις με χρήση υπερήχου ή ακτινοσκόπησης.

Στην άρθρωση του ώμου, συστήνεται η χρήση χαμηλών δόσεων 20mg τριαμσινολόνης ή μεθυλπρεδνιζολόνης, όντας εξίσου αποτελεσματική με υψηλότερες δόσεις, σε συνδυασμό με φυσικοθεραπεία προσφέροντας βραχείας διάρκειας ανακούφιση (έως 8 εβδομάδες) σε επίπονες καταστάσεις όπως συμφυτική θυλακίτιδα, τενοντίτιδα στροφικού πετάλου και σύνδρομο υπακρωμιακής προστριβής. Στην τενοντίτιδα της μακράς κεφαλής του δικεφάλου μυός προτιμάται η χρήση υπερήχου ή ακτινοσκόπησης προσφέροντας μεγαλύτερη ακρίβεια εγχύσεων. Στην επικονδυλίτιδα του αγκώνα η έγχυση κορτικοστεροειδών εξωαρθρικά προσφέρει βραχείας διάρκειας ανακούφιση, ενώ στην μη σηπτική ορογονοθυλακίτιδα ενδείκνυται η αναρρόφηση ακολουθούμενη από έγχυση κορτικοστεροειδών.

Στην άρθρωση του ισχίου συστήνεται έγχυση της ελάχιστα αποτελεσματικής δόσης κορτικοστεροειδών όπως 40mg τριαμσινολόνης, με αύξηση του μεσοδιαστήματος της επόμενης δόσης, ως διαγνωστικό εργαλείο σε οστεοαρθρίτιδα και προσφέροντας βραχείας διάρκειας ανακούφιση (4-12 εβδομάδες). Απαιτείται ακτινοσκόπηση προ της έγχυσης για να αποκλειστεί οστεονέκρωση, ενώ παρενέργειες αποτελούν η μείωση και καταστροφή του χόνδρου, κατάγματα καταπόνησης και σπάνια καταστροφή της άρθρωσης. Στην τροχαντηρίτιδα ωφελούν συνδυαστικά οι εγχύσεις, που μπορούν να γίνουν είτε με ανατομικά σημεία είτε με υπέρηχο,  παράλληλα με φυσικοθεραπεία και εκπαίδευση του ασθενούς.

Στην άρθρωση του γόνατος, συστήνεται, επίσης, έγχυση της ελάχιστα αποτελεσματικής δόσης κορτικοστεροειδών, όπως 40mg τριαμσινολόνης ή μεθυλπρεδνιζολόνης, όντας η αρχική μέγιστη δόση και είναι εξίσου αποτελεσματικά μεταξύ τους, με αύξηση του μεσοδιαστήματος της επόμενης δόσης, ενώ η πιθανότητα παρενεργειών αυξάνεται σε μεγαλύτερες δόσεις και σε παράταση της θεραπείας.

Στις μικρές αρθρώσεις του καρπού, άνω άκρου, κάτω άκρου και αστραγάλων προτιμάται η χρήση υπερηχογραφικής καθοδήγησης. Στην οστεοαρθρίτιδα των καρπομετακάρπιων αρθρώσεων δεν υπάρχει βελτίωση του πόνου, σε αντίθεση με τις φαλαγγοφαλαγγικές αρθρώσεις. Στην ρευματοειδή αρθρίτιδα του καρπού και άνω άκρου υπάρχει βραχυπρόθεσμη (12 εβδομάδες) και μακροπρόθεσμη (12 μήνες) βελτίωση του πόνου, της λειτουργικότητας και φλεγμονής. Στον εκτινασσόμενο δάκτυλο συστήνεται έγχυση 20mg τριαμσινολόνης ή μεθυλπρεδνιζολόνης, προσφέροντας έως μέσης διάρκειας (3-6 μήνες) ανακούφιση. Στην τενοντοελυτρίτιδα De Quervain, πέρα από εγχύσεις, συστήνεται η χρήση νάρθηκα αντίχειρα. Στις φλεγμονώδεις ρευματικές παθήσεις του κάτω άκρου, ενδείκνυνται εγχύσεις της πελματιαίας απονεύρωσης, ενώ αντενδείκνυνται σε μη φλεγμονώδους αιτιολογίας πόνο.

Όσον αφορά τις ανεπιθύμητες ενέργειες, οι ενδοαρθρικές εγχύσεις κορτικοστεροειδών μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα σακχάρου, ιδιαίτερα σε διαβητικούς, έως και 48 ώρες μετά την έγχυση, ενώ τα παρατεταμένης αποδέσμευσης σκευάσματα μειώνουν την πιθανότητα αυτή. Δεν απαιτείται μέτρηση επιπέδων κορτιζόλης προ και μετά τις εγχύσεις, ενώ μπορεί να εμφανιστεί καταστολή των επινεφριδίων.Ασθενείς υπό βαρφαρίνη και θεραπευτικού εύρους INR (2.0-3.0) δεν χρειάζεται να διακόψουν την αγωγή, ενώ η πιθανότητα λοιμώξεων ελαχιστοποιείται όταν εφαρμόζονται μέτρα αντισηψίας. Οι εγχύσεις αποφεύγονται 3 μήνες, και κυρίως 1 μήνα προ επέμβασης αντικατάστασης της άρθρωσης, λόγω αυξημένου κινδύνου μετεγχειρητικής λοίμωξης.

Η βασική αρχή των κατευθυντήριων οδηγιών είναι ότι οι εγχύσεις κορτικοστεροειδών αποτελούν στοχευμένη θεραπεία με κυρίως βραχυπρόθεσμο όφελος και πρέπει να εντάσσονται σε ένα συνολικό θεραπευτικό πλάνο. Η επιτυχία δεν εξαρτάται μόνο από το φάρμακο, αλλά από την ορθή διάγνωση, την επιλογή του σωστού ανατομικού στόχου, τη χρήση της ελάχιστης αποτελεσματικής δόσης, την κατάλληλη τεχνική έγχυσης και την αποφυγή υπερβολικά συχνών επαναλήψεων.